Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2008

Προς μια πολιτική μηδενικών αποβλήτων

1. Ποια είναι η σημερινή κατάσταση σχετικά με τη διαχείριση των αποβλήτων στην Ελλάδα;
Η σημερινή ανεξέλεγκτη διαχείριση των αποβλήτων στην Ελλάδα απειλεί την υγεία και το περιβάλλον μας, συνεπάγεται σημαντική σπατάλη οικονομικών και φυσικών πόρων και έχει οδηγήσει σε καταδίκες της χώρας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και την πληρωμή προστίμου ύψους περίπου 5.000.000 Ευρώ (υπόθεση Κουρουπητού).
Νέες καταδίκες –χωρίς ακόμα επιβολή προστίμου έχουν υπάρξει συνολικά για τον τρόπο διαχείρισης των απορριμμάτων, όσο και για μεμονωμένες περιπτώσεις, όπως οι χωματερές «Πέρα Γαληνοί» και «Μαρουλάς», ενώ το σημαντικότερο είναι ότι αναμένονται σύντομα νέες βαριές καταδίκες από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο με πιθανή επιβολή προστίμου δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ εφάπαξ αλλά και ανά εξάμηνο, αν μέχρι το 2008 δεν έχουν κλείσει όλοι οι χώροι ανεξέλεγκτης διάθεσης των αποβλήτων και δεν έχουν αποκατασταθεί.

2. Τα απόβλητα αντανακλούν επιλογές που έχουμε κάνει στην παραγωγή και κατανάλωση
Τα απόβλητα αντανακλούν τις αξίες μας καθώς και τις επιλογές που κάνουμε στον τρόπο ζωής μας και στο μοντέλο ανάπτυξης , στις σχέσεις μας με το φυσικό περιβάλλον, στην παραγωγή υλικών προϊόντων. Ο τρόπος διαχείρισής τους αντιπροσωπεύει το βαθμό υπευθυνότητας της βιομηχανίας, της αυτοδιοίκησης, της κεντρικής διοίκησης καθώς των ίδιων των πολιτών αλλά και τη πραγματική βιωσιμότητα και ευημερία μιας χώρας. Η κακή διαχείρισή τους είναι σημάδι γενικότερης αποτυχίας της οικονομικής και περιβαλλοντικής πολιτικής μιας χώρας μια και η κακή διαχείριση τους μεταφέρει το κόστος (οικονομικό, κοινωνικό, περιβαλλοντικό) στις επόμενες γενιές, στην

3. Ποια (πρέπει να) είναι η κεντρική κατεύθυνση στην αντιμετώπιση των στερεών αποβλήτων;
Μια κοινωνία θεωρείται σήμερα ότι ευημερεί όταν μεταξύ άλλων μειώνει, αξιοποιεί κι ανακυκλώνει τα σκουπίδια της αντί να τα πετάει εδώ και εκεί ή να τα κρύβει κάτω από το χαλί. Πριν λοιπόν από την συζήτηση για τις μεθόδους διαχείρισης των αποβλήτων πρέπει να γίνεται κατανοητό ότι τα απόβλητα αντιπροσωπεύουν μια αποτυχία της οικονομίας, κατ/ αρχή μια και πρώτες ύλες και πολύτιμα υλικά μετατρέπονται σε άχρηστα και κατά δεύτερο λόγο γιατί η διαχείριση των αποβλήτων αποτελεί κεντρικό περιβαλλοντικό θέμα που σήμερα αντιμετωπίζεται ως δευτερεύων λη με τη λογική «βλέποντας και κάνοντας».
Κεντρική επιλογή πρέπει να είναι, λοιπόν, η παραγωγή μηδενικών αποβλήτων σε κάποια χρόνια, δηλαδή ότι παράγεται σε βιομηχανικό, εμπορικό και οικιακό επίπεδο να μπορεί να εντάσσεται σε κάποιον παραγωγικό κύκλο («Κυκλική Οικονομία»). Αυτό απαιτεί:
- την ανάληψη της ευθύνης των παραγωγών για όλο τον κύκλο ζωής των προϊόντων που παράγουν,
- ανάληψη της ευθύνης που έχει η κεντρική διοίκηση για διαμόρφωση ξεκάθαρου θεσμικού πλαισίου και κινήτρων-αντικινήτρων και οικονομικών εργαλείων
- ανάληψη της ευθύνης από την αυτοδιοίκηση για νέες στρατηγικής διαχείρισης των αποβλήτων
- ανάληψη της ευθύνης από τους πολίτες ώστε να είναι κριτικοί καταναλωτές και περιβαλλοντικά συνειδητοί δημότες.

ΑΝΑΠΤΥΞΗ, ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΑΠΕ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Βρισκόμαστε μπροστά σε μια πρωτοφανή ένταση της οικολογικής κρίσης αλλά και σε αυξανόμενη ευαισθητοποίηση των πολιτών. Ο κίνδυνος καταστροφικής αλλαγής του κλίματος είναι αναμφισβήτητα η μεγαλύτερη απειλή που αντιμετωπίζει σήμερα η ανθρωπότητα. Σε διεθνές επίπεδο απαιτούνται πολιτικές, δεσμεύσεις και τεχνολογικές αλλαγές που θα οδηγήσουν σε μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 60-80% μέχρι το 2050 ώστε να περιοριστεί η κλιματική αλλαγή σε επίπεδα που δεν θα καταστρέψουν τις ανθρώπινες κοινωνίες. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να περάσουμε σε μια οικονομία και σε ένα ενεργειακό μοντέλο πλήρως απαλλαγμένο από τα ορυκτά καύσιμα, έστω και σταδιακά, και να στραφούμε στην αποτελεσματική αξιοποίηση της ενέργειας, στην εξοικονόμηση καθώς στην προώθηση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας.

Τα σημαντικά θέματα του περιβάλλοντος και της κοινωνίας δεν είναι αυτά που βρίσκονται στο κέντρο της πολιτικής σκηνής σήμερα στην Ελλάδα. Αναλογικά με τον πληθυσμό της και την οικονομία της, η συνεισφορά της Ελλάδας στην αλλαγή του κλίματος είναι πολύ σημαντική. Οι ετήσιες κατά κεφαλήν εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερες από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Η Ελλάδα έχει μια εξαιρετικά “βρώμικη” και σπάταλη οικονομία: Για κάθε εκατομμύριο ευρώ του ΑΕΠ, η ελληνική οικονομία εκπέμπει διπλάσια ποσότητα αερίων του θερμοκηπίου σε σχέση με τον ευρωπαϊκό (ΕΕ-15) μέσον όρο. Αυτό υποδεικνύει αποτυχία της οικονομίας, των αναπτυξιακών και ενεργειακών πολιτικών, κάτι που έχει, όμως, επιπτώσεις και στην κοινωνία, το περιβάλλον και την υγεία.

Η χώρα μας που διαθέτει άφθονη αιολική και ηλιακή ενέργεια και θα μπορούσε να χρησιμοποιεί την γεωθερμία χαμηλής εντροπίας, οικολογικά συμβατά βιοκαύσιμα (κυρίως από αξιοποίηση χρησιμοποιημένων λαδιών και υπολειμμάτων καλλιεργειών) και τη βιομάζα για να απεξαρτηθεί σταδιακά από τα ορυκτά καύσιμα. Θα μπορούσε να πρωτοπορεί - όχι μόνο για λόγους περιβαλλοντικούς αλλά και οικονομικούς - στην ανάπτυξη, την έρευνα και την εφαρμογή των ΑΠΕ και της εξοικονόμησης ενέργειας, στην καθαρή παραγωγή και την υπεύθυνη κατανάλωση. Δυστυχώς, χωρίς κάποιο σχέδιο και συνεκτική πολιτική σε σχέση τουλάχιστον με τις ευρωπαϊκές υποχρεώσεις της και τις σύγχρονες τάσεις, η Ελλάδα στρέφεται παρά τις διακηρύξεις της κυβέρνησης σε ξεπερασμένα μοντέλα ανάπτυξης και παραγωγής ενέργειας, ενώ συνεχίζει να σπαταλά την ενέργεια σε αναποτελεσματικά κτίρια. Η χώρα που έχει σημαντική εμπειρία παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, που έδωσε τις βάσεις για αυτό που σήμερα αποκαλούμε βιοκλιματική αρχιτεκτονική και ενεργειακά αποτελεσματικά κτίρια, παραπέμπεται στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για μη εφαρμογή της ευρωπαϊκής πολιτικής για την εξοικονόμηση ενέργειας στα κτίρια!

Ήδη το 2005, πριν καν αρχίσει η εφαρμογή του Πρωτοκόλλου του Κιότο (2008-2012), ξεπεράσαμε ως χώρα τον στόχο για περιορισμό της αύξησης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου μόνο (!!!!) στο 25%. Οι προβλέψεις με τις υφιστάμενες πολιτικές δείχνουν αύξηση των εθνικών εκπομπών κατά 35-45% το 2012. Έτσι, για την πενταετία 2008-12 (πρώτη περίοδος εφαρμογής του Πρωτοκόλλου του Κιότο) η υπέρβαση του εθνικού στόχου αναμένεται να είναι τουλάχιστον 50-67 εκ ισοδύναμοι τόνοι CO2.

H επίτευξη των στόχων απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα, μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και προώθησης των ΑΠΕ μέσα από μια συνεκτική αναπτυξιακή και ενεργειακή πολιτική, είναι μια μοναδική ευκαιρία για βαθιές αλλαγές στην ελληνική κοινωνία, για δημιουργία καινοτομιών και θέσεων εργασίας, για στροφή σε μια (πράσινη) οικονομία που δημιουργεί κοινωνικό και περιβαλλοντικό όφελος και δεν κατασπαταλάει το φυσικό και κοινωνικό κεφάλαιο.

Είναι απορίας άξιο πως οι ρυπογόνες μονάδες μπορεί να προωθούνται εύκολα και να παίρνουν άδειες μέσα σε 5-6 μήνες, ενώ η διαδικασία για την άδεια κατασκευής ενός αιολικού πάρκου μπορεί να διαρκέσει και πάνω από 3 χρόνια, ίσως και να μην εκδοθεί ποτέ. Είναι απορίας άξιο πως μπορεί να μπαίνει όριο παραγωγής ενέργειας από Αιολικά στην Αττική με το «Ειδικό Χωροταξικό για τις ΑΠΕ» στα 100 MWe και να δίνεται άδεια παραγωγής από φυσικό αέριο 800 ΜWe, που θα συνεισφέρει σημαντικά σε νέους ρύπους στην ευρύτερη περιοχή. Πώς είναι δυνατόν να προτείνονται 8 μονάδες λιθάνθρακα και να προβλέπεται σχεδόν διπλασιασμός της παραγωγής ενέργειας από ορυκτά καύσιμα, τη στιγμή που οι ΑΠΕ στην Ελλάδα έχουν κολλήσει στο επίπεδο του 1-2%; Θα γίνουμε η βρώμικη γειτονιά της Ευρώπης, που θα δεχθεί μονάδες (λιθάνθρακα κα) που σήμερα απορρίπτονται στις ΗΠΑ και την Ευρώπη;

Η στροφή προς ένα βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης σε τελευταία ανάλυση είναι θέμα επιβίωσης της χώρας, που βρίσκεται σε μια ζώνη που θα υποστεί από τις πιο σημαντικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Είναι ταυτόχρονα έξυπνη, από οικονομική άποψη, στρατηγική αφού η εξοικονόμηση ενέργειας, οι ΑΠΕ και γενικότερα οι περιβαλλοντικές επενδύσεις θα δημιουργήσουν στο μέλλον εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας που θα υπερκεράσουν τις θέσεις εργασίας σε παραδοσιακούς τομείς, όπως έχουν δείξει πολλές πρόσφατες εκθέσεις στις ΗΠΑ, την ΕΕ, τη Γερμανία, και θα συμβάλλουν στην ενεργειακή αυτονομία και την ενίσχυση της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού, σε μια περίοδο αύξησης των τιμών του πετρελαίου.

Είναι πιο αποτελεσματικό να επενδύεις στην εξοικονόμηση και τις ΑΠΕ έγκαιρα από το να καταβάλεις τεράστια ποσά για να συνεχίσεις να παράγεις και να καταναλώνεις με αναποτελεσματικό τρόπο ενέργεια. Αν δεν γίνουν γρήγορα αλλαγές, η Ελλάδα θα επιβαρυνθεί με ποσά της τάξης των 1,5 δισεκατομμυρίων Ευρώ ετησίως, χωρίς να επωφελούνται βιώσιμες οικονομικές δραστηριότητες, μια και σύμφωνα με την πρόσφατη παρουσίαση του ενεργειακού πακέτου από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (23/1/2008), ο τομέας της ηλεκτροπαραγωγής - που ευθύνεται για τις περισσότερες εκπομπές στην ΕΕ – θα ενταχθεί στην πλήρη διαδικασία πλειστηριασμού των δικαιωμάτων εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου από την έναρξη ισχύος του νέου καθεστώτος το 2013.

Αλλά για να πετύχουμε αλλαγή μοντέλου ανάπτυξης οι ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ επιδιώκουμε τη συγκρότηση ενός ευρύτατου μετώπου από κινήσεις πολιτών, ΜΚΟ, φορείς της αυτοδιοίκησης, επιστημονικές οργανώσεις και πολιτικούς φορείς που θα προωθήσει πολιτικά ένα ενεργειακό πακέτο που θα περιλαμβάνει:
- σταδιακή απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, αντικατάσταση σταδιακά των λιγνιτικών σταθμών και εξασφάλιση οικονομικών πόρων για να δημιουργηθούν βιώσιμες οικονομικές δραστηριότητες για τις τοπικές κοινωνίες -που έχουν καταστραφεί σήμερα από την μονομερή στροφή στο λιγνίτη- και εναλλακτικές δυνατότητες απασχόλησης για τους εργαζόμενους σήμερα στη ΔΕΗ (π.χ. προσέλκυση μονάδων παραγωγής ΑΠΕ, κέντρα εκπαίδευσης κα)
- αποτροπή κάθε προσπάθειας κατασκευής μονάδων λιθάνθρακα,
- προώθηση των ΑΠΕ όχι μόνο σε επίπεδο αιολικών και φωτοβολταϊκών πάρκων αλλά και μέσω εφαρμογών στις πόλεις και καθημερινές πρακτικές, ώστε να καλύπτουν τουλάχιστον το 20% της τελικής κατανάλωσης (πάνω από 35% της ηλεκτροπαραγωγής)
- γιγαντιαία προγράμματα εξοικονόμησης ενέργειας και ανακατασκευής των κτιρίων, που θα μπορούσε να αποτελέσει μια εναλλακτική λύση και για τις κατασκευαστικές εταιρίες, μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, ώστε να εγκαταλειφθούν και τα σχέδια για την κατασκευή «ενός εκατομμυρίου παραθεριστικών κατοικιών» που θα δώσουν το τελειωτικό κτύπημα στο ελληνικό περιβάλλον
Βασικό εργαλείο μιας τέτοιας θα πρέπει να είναι ένα Χωροταξικό Πλαίσιο που καθορίζει τους όρους για προώθηση των ΑΠΕ και όχι περιορισμού των δυνατοτήτων τους, όπως αυτό που έχει παρουσιαστεί από το ΥΠΕΧΩΔΕ.

Επέκταση συγκρούσεων για το νερό;

Η μείωση των βροχοπτώσεων, η εξάντληση των υπόγειων αποθεμάτων νερού λόγω υπεράντλησης και κακών πρακτικών, η αύξηση της κατανάλωσης νερού οδηγεί σε ένταση των συγκρούσεων μεταξύ των διαφόρων χρήσεων νερού.

Συγκρούσεις μεταξύ χωρών
Μεγάλο ποσοστό των νερών μοιράζεται μεταξύ χωρών, το νερό και ο υδροφόρος ορίζοντας δεν γνωρίζουν τοπικά, διοικητικά ή εθνικά σύνορα. Το νερό δεν είναι ίσα κατανεμημένο στο χώρο και το χρόνο σε ολόκληρο τον πλανήτη, ούτε από χώρα σε χώρα, ή από περιοχή σε περιοχή. Κάποια γεωγραφικά τμήματα του πλανήτη είναι πιο πλούσια σε «γαλάζιο χρυσό», ενώ άλλα όχι. Το νερό ως αγαθό άνισα κατανεμημένο και σε ανεπάρκεια, αποτελεί συχνά «μήλον της έριδος» μεταξύ των διαφόρων χρηστών - καταναλωτών του. Μία από τις συχνές εστίες τριβής μεταξύ κρατών είναι η διαχείριση των «κοινών» υδάτων τους.
Η Έκθεση των Ηνωμένων Εθνών “Νερό για τη Ζωή, Νερό για τους Ανθρώπους” (2003), εντοπίζει 263 διεθνείς διασυνοριακές λεκάνες απορροής (λεκάνες όπου καταλήγουν τα νερά), οι οποίες αποτελούν αιτία συγκρούσεων για το νερό. Οι περιοχές αυτές καλύπτουν το 45 % της επιφάνειας της ξηράς στον πλανήτη, επηρεάζουν το 40% του παγκόσμιου πληθυσμού και 145 κράτη.
Πολλά από τα ποτάμια της γης είναι διασυνοριακά. Η συνεργασία μεταξύ των κρατών στη διαχείριση του νερού είναι μεν απαραίτητη, αλλά όχι πάντα αρμονική Ο Νείλος, ο δεύτερος μεγαλύτερος ποταμός στον πλανήτη, διασχίζει 10 χώρες, ενώ 5 χώρες, η Ιορδανία, το Ισραήλ, η Παλαιστίνη, η Συρία και ο Λίβανος μοιράζονται τον σχετικά μικρό Ιορδάνη ποταμό. Η Ισπανία, η Ιταλία αλλά και η Ελλάδα μοιράζονται και αυτές τους μεγάλους ποταμούς τους με άλλες χώρες. Στη Μέση Ανατολή, η διαχείριση των υδατικών πόρων είναι μια από τις πιο σοβαρές πηγές έντασης μεταξύ Ισραήλ αφ’ ενός, Παλαιστινίων και Συρίας αφετέρου. Το 20-40% των αποθεμάτων νερού του Ισραήλ προέρχονται από την περιοχή των λόφων της Δυτικής Όχθης. Στη δεκαετία του ’80, η διαχείριση των υδάτων του Ευφράτη αποτελούσε μόνιμη πηγή έντασης μεταξύ Τουρκίας, Συρίας και Ιράκ.
Σε ομιλία στο Συμβούλιο Ασφαλείας, ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Αιγύπτου Μπούτρος Γκάλι είχε δηλώσει: "Η εθνική ασφάλεια της Αιγύπτου βρίσκεται στα χέρια των άλλων οκτώ αφρικανικών χωρών στη λεκάνη του Νείλου", ενώ ο βασιλιάς Χουσεΐν της Ιορδανίας είχε τονίσει το 1990 ότι "το νερό είναι το μόνο ζήτημα που θα μπορούσε να τον οδηγήσει σε πόλεμο με το Ισραήλ".
Η κρίση των νερών μεταξύ Λιβάνου και Ισραήλ, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Λιβάνου και Συρίας για τις συμφωνίες Orontus και Nahr el Kabir και η συμφωνία μεταξύ Λιβάνου και Ισραήλ σχετικά με το σχέδιο νερού Hasbani και την πηγή Wazzani, στην οποία ενεπλάκησαν τα ΗΕ, οι ΗΠΑ και οι ΕΕ αποδεικνύουν τη σημασία, που έχει η διαχείριση των νερών στην επίτευξη συνεργασίας.
Οι πόλεμοι για το νερό
Η κοιλάδα του ποταμού Όμο στην Αιθιοπία, στα σύνορα με την Κένυα, τη Σομαλία και το Σουδάν έχει χαρακτηριστεί από την ΟΥΝΕΣΚΟ ως μια σημαντική πολιτιστική περιοχή, αφού κατοικείται από πολλές αφρικανικές φυλές, με ρίζες εκατοντάδων ή χιλιάδων χρόνων. Πολλές από τις φυλές αυτές βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ τους, εξαιτίας της διαμάχης για την πρόσβαση στο λίγο νερό της περιοχής. Η στάθμη του ποταμού Όμο, το ύψος των βροχοπτώσεων, αλλά και η μείωση της στάθμης της λίμνης Τουρκάνα, κατά 20-25 μέτρα, σπρώχνουν σε μετανάστευση τη φυλή των Γκαλέμπ ή σε συγκρούσεις μεταξύ φυλών. Στις αρχές του 2006 τουλάχιστον 12 άνθρωποι σκοτώθηκαν και πάνω από 20 τραυματίστηκαν σε συγκρούσεις, που ξέσπασαν ανάμεσα στα μέλη των ομάδων Μαρεχέν και Ματζερετίν. Οι συγκρούσεις ξέσπασαν, εξαιτίας της παρατεταμένης ξηρασίας που δυσκολεύει την εξεύρεση νερού. Ειδικοί σημειώνουν ότι οι δύο ομάδες ζούσαν για πολλά χρόνια αρμονικά, μέχρι την εμφάνιση της χειρότερης εδώ και σαράντα χρόνια ξηρασίας που πλήττει τη περιοχή της Αν. Αφρικής και καθιστά το νερό σπάνια πηγή ζωής.
Νταρφούρ
Περίπου το ένα τέταρτο των επιφανειακών νερών της Ελλάδας προέρχεται από πηγές της Βουλγαρίας, της Π.Γ.Δ Μακεδονίας και της Τουρκίας. Οι ποταμοί της Ελλάδας Αξιός, Νέστος, Στρυμόνας και Έβρος, με τα νερά των οποίων αρδεύονται οι πλούσιες καλλιεργήσιμες πεδιάδες της Μακεδονίας και της Θράκης, πηγάζουν σε άλλες χώρες. Από τις διεθνείς υδρολογικές λεκάνες των ποταμών, στις οποίες συμμετέχει η Ελλάδα, το 56% των λεκανών του Στρυμόνα και του Νέστου, το 7% της λεκάνης του Έβρου και το 8% της λεκάνης του Αξιού βρίσκονται μέσα στην Ελληνική Επικράτεια. Επίσης, διεθνείς είναι και οι λίμνες Δοϊράνη και Πρέσπες.

Ανισότητες για το νερό στο εσωτερικό της ίδιας χώρας

Το ζήτημα δεν τίθεται μόνο μεταξύ χωρών, αλλά και μεταξύ περιοχών της ίδιας χώρας. Ακόμα και σε μικρότερο, τοπικό επίπεδο, υπάρχουν συχνά διαφορετικές απόψεις για τη χρήση του νερού. Η ρύπανση του νερού από τη χρήση του στη βιομηχανία, η εξάντλησή του κατά τις περιόδους τουριστικής αιχμής, η εκτροπή ποταμών για την κάλυψη των αναγκών άρδευσης, η αποξήρανση λιμνών και υγροτόπων και η κατασκευή μεγάλων τεχνητών έργων βρίσκουν αντίθετους άλλους ανθρώπους που εξαρτώνται από τους ίδιους υδάτινους πόρους. Η γεωγραφική ανισοκατανομή δημιουργεί διχόνοιες μεταξύ αγροτικών περιοχών, αλλά και μεταξύ πόλεων και υπαίθρου. Η συγκέντρωση του πληθυσμού στις μεγαλουπόλεις, δημιούργησε την ανάγκη για περισσότερο νερό, εξαντλώντας, ταυτόχρονα, τα αποθέματα των κοντινών περιοχών και μολύνοντας συχνά τα εναπομείναντα ύδατα. Η Αττική δεσμεύει, για παράδειγμα, υδατικούς πόρους μιας πολύ μεγάλης περιοχής (Μαραθώνας, Υλίκη, Μόρνος, Εύηνος).

Συνεργασία και νέα κουλτούρα για το νερό

Τα τελευταία χρόνια οι ελλείψεις νερού και η ξηρασία αυξάνονται σε διάφορες χώρες και έχει σημάνει συναγερμός σε πολλές περιοχές της Ευρώπης. Η Ρουμανία υπέφερε πρόσφατα τη χειρότερη ξηρασία των τελευταίων εξήντα χρόνων. Η Ελλάδα πλήγηκε από τον πιο θερμό καύσωνα των 110 τελευταίων χρόνων, ενώ η μείωση των βροχοπτώσεων σε πολλές περιοχές της χώρας έφτασε το 60%. Αναμένεται η τεράστια καταστροφή των δασών από τις πυρκαγιές το καλοκαίρι του 2007 να επιδεινώσουν το πρόβλημα τα επόμενα χρόνια. Η Ολλανδία υπέφερε από ξηρασία τον Απρίλη 2007 με βροχοπτώσεις που μετά βίας έφτασαν το 1 χιλιοστό, όταν ο μέσος όρος βροχοπτώσεων τον μήνα αυτό είναι 44 χιλιοστά βροχής.
Η λειψυδρία και η ξηρασία χτυπάνε πια περισσότερες χώρες στην Ευρώπη, γίνονται πιο μόνιμη κατάσταση. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΕ, έχει καταγραφεί αξιοσημείωτη αύξηση τις τελευταίες 3 δεκαετίες σε εκτάσεις και πληθυσμό που επηρεάζονται από την ξηρασία. Το ποσοστό του πληθυσμού που πλήττεται έχει αυξηθεί στο διάστημα αυτό από το 6% στο 13%, με εκτιμώμενο κόστος για την Ευρωπαϊκή οικονομία της τάξης των 100 τουλάχιστον δισεκατομμυρίων Ευρώ.
Η ανάλυση των τάσεων δείχνει ότι οι ελλείψεις νερού θα γίνουν πιο μόνιμη κατάσταση στην Ευρώπη τα επόμενα χρόνια. Μια από τις χειρότερες ξηρασίες που έχουν πλήξει την Ευρώπη ήταν αυτή του 2003, που επηρέασε πάνω από 100.000.000 Ευρωπαίους και πάνω από το ένα τρίτο (1/3) των ευρωπαϊκών εδαφών, προκαλώντας κόστος 8,7 δισεκατομμυρίων Ευρώ.
Τα τελευταία χρόνια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει χρηματοδοτήσει πολλά ερευνητικά προγράμματα αλλά και σχέδια καλών πρακτικών, προγράμματα επίδειξης και δράσεις ενημέρωσης. Μεταξύ άλλων, πολλά προγράμματα επικέντρωσαν στην ποιότητα των νερών και στην διερεύνηση των επίδρασης της ξηρασίας όχι μόνο στο πόσιμο νερό αλλά και στα δάση, στη γεωργία, στα δίκτυα μεταφοράς νερού.
Όλο και περισσότερο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προωθεί μια σειρά πολιτικών επιλογών που στοχεύουν στην αντιμετώπιση του προβλήματος σε ευρωπαϊκό επίπεδο , μέσα από τη βιώσιμη διαχείριση των νερών, την πιο αποτελεσματική ως προς το νερό οικονομία και πρακτικές εξοικονόμησης νερού.


Επίλυση των συγκρούσεων: κοινή διαχείριση των υδατικών πόρων, συμμετοχή των πολιτών στη λήψη αποφάσεων

Η επίλυση των συγκρούσεων για το νερό προϋποθέτει μια νέα προσέγγιση που βασίζεται στις αρχές:
- Έγκαιρη αντιμετώπιση της υποβάθμισης των νερών: τα προβλήματα του νερού είναι περιβαλλοντικά και κοινωνικά /οικονομικά. Εφόσον δεν υπάρχουν αξιόπιστοι μηχανισμοί παρακολούθησης της φυσικοχημικής και οικολογικής κατάστασης των νερών, η υποβάθμιση τους συνειδητοποιείται κατ' αρχή από τις αγροτικές κοινωνίες και τους κατοίκους υποβαθμισμένων ή περιθωριοποιημένων περιοχών. Τα πρώτα σημάδια (μείωση και θανάτωση ψαριών ή/και πουλιών, υποβάθμιση αισθητικής και οικολογικής αξίας των νερών, μείωση της ποσότητάς τους, σημαντική πτώση του υδροφόρου ορίζοντα, παρουσία αποβλήτων στα νερά, δημιουργία οσμών, παρουσία ασθενειών στα ζώα ή στον άνθρωπο που μπορεί να συνδέονται με την ποιότητα του νερού κα), συνήθως, αγνοούνται, ενώ αντίθετα θα έπρεπε να κινητοποιούν τόσο τις τοπικές κοινωνίες όσο και τις αρχές. Η πρόληψη της υποβάθμισης των νερών σε αρχικό στάδιο μπορεί να αποτρέψει αργότερα συγκρούσεις για το νερό. Η πρόληψη είναι πολύ πιο αποτελεσματική από την εκ των υστέρων προσπάθεια αποκατάστασης της ζημιάς, επανόδου της στάθμης των υπόγειων νερών, καθαρισμού των υπόγειων νερών, που έχουν ρυπανθεί από νιτρικά ή χημικά.
- Εξισορρόπηση των συμφερόντων όσων διεκδικούν χρήση των νερών: Η εξισορρόπηση των συμφερόντων όσων διεκδικούν χρήση των νερών δεν είναι πάντα μια εύκολη υπόθεση και απαιτεί συνειδητοποίηση του προβλήματος, καθώς και διάθεση για ανάληψη από τον κάθε πιθανό χρήστη του μεριδίου ευθύνης που του αναλογεί. Για παράδειγμα, μια πόλη που επιδιώκει να δεσμεύσει τα νερά μιας αγροτικής περιοχής, πρέπει να δεσμευτεί ότι θα βελτιστοποιήσει πρώτα την κατανάλωση νερού, εφαρμόζοντας εκτεταμένα προγράμματα εξοικονόμησης νερού. Ίσως, έτσι αποδειχτεί ότι δεν απαιτείται εισροή μεγαλύτερων ποσοτήτων νερού, αλλά καλύτερη διαχείριση του νερού μέσα στην πόλη. Αλλά, υπάρχουν και παραδείγματα πόλεων που προορίζουν για αγροτικές ή βιομηχανικές δραστηριότητες ανακυκλωμένο, καλής ποιότητας, νερό, που προκύπτει από αποτελεσματικά συστήματα επεξεργασίας των λυμάτων. Αντίστοιχες πρακτικές εφαρμόζονται και μεταξύ τουριστικών και αγροτικών δραστηριοτήτων. Και σε αυτή την περίπτωση, η πρόβλεψη και ο έγκαιρος σχεδιασμός αποτρέπει σε επόμενη φάση τις συγκρούσεις.
- Συμμετοχή πολιτών στη λήψη αποφάσεων, τήρηση συμφωνιών στο μοίρασμα του νερού, διαχείριση νερού σε επίπεδο λεκάνης απορροής και όχι αποσπασματικά και άναρχα. Οι φορείς διαχείρισης του νερού λειτουργούν, κυρίως, στη βάση της κάλυψης των αυξανόμενων αναγκών που προκύπτουν και όχι της βελτίωσης της αποτελεσματικότητας της χρήσης του νερού. Δίνουν μεγάλη έμφαση στα τεχνικά έργα αντί στην ενημέρωση κι ευαισθητοποίηση των πολιτών. Παραγνωρίζουν τη σημασία ολοκληρωμένων παρεμβάσεων και υπερτονίζουν την ανάγκη μεγάλων επενδύσεων, όπως εκτροπές ποταμών, μεγάλα φράγματα κλπ. Συνήθως, σχεδιάζονται έργα, αγνοώντας τις τοπικές ιδιομορφίες και τη σημαντική τοπική εμπειρία στη διαχείριση του νερού (π.χ. συλλογή νερού της βροχής, δημιουργία διπλών δικτύων παροχής νερού, κατασκευή μικρών φραγμάτων ανάσχεσης της ροής χειμάρρων, ώστε να εμπλουτίζεται ο υδροφόρος ορίζοντας, διατήρηση υγροτόπων ως φίλτρων για την προστασία των υπόγειων νερών). Σε ελάχιστες περιπτώσεις, επιδιώκουν μέσα από συμμετοχικές διαδικασίες τη διαμόρφωση κάποιων κανόνων και συμφωνιών χρήσης των υδάτων, έτσι ώστε να διαμορφώνονται τα σχέδια με τη συμμετοχή των ίδιων των χρηστών.

Ο στόχος της διαχείρισης και κατανομής των υδάτων με καλύτερο τρόπο ανάμεσα στους διάφορους χρήστες, ώστε να αποτρέπονται οι συγκρούσεις, αλλά και η υποβάθμιση των υδατικών πόρων, προϋποθέτει κατ' αρχή – όπως εξάλλου προβλέπει πλέον και η ευρωπαϊκή νομοθεσία – διαχείριση του νερού στο επίπεδο μιας λεκάνης απορροής (δηλαδή όλης της ενότητας στην οποία οδηγούνται και καταλήγουν τα νερά) όσο και θεσμούς διαβούλευσης και διαλόγου μεταξύ των πολιτών, των φορέων και των διαφόρων χρηστών. Στόχος είναι τελικά να συμφωνηθούν τα διάφορα "δικαιώματα" και ο τρόπος κατανομής τους μεταξύ των διαφόρων αναγκών: περιβάλλον/ φύση, γεωργία, βιομηχανία, τουρισμός, πόλεις.

Τοπικά κοινοβούλια νερού

Σε επίπεδο διαβούλευσης και συμμετοχής των πολιτών στη λήψη αποφάσεων για τη διαχείριση του νερού και επίλυσης των συγκρούσεων για το νερό υπάρχουν ενδιαφέρουσες προτάσεις σε τοπικό και υπερτοπικό επίπεδο. Ιδιαίτερα σημαντική είναι αυτή των "τοπικών κοινοβουλίων νερού" στη Γαλλία.
Από το 1964, η υδατική πολιτική της Γαλλίας στηρίζεται αφενός στη δημιουργία έξι κύριων υδρολογικών περιοχών με τη δημιουργία σε κάθε μία από αυτές, μιας "επιτροπής υδρολογικής λεκάνης" (comite de basin), αυθεντικά τοπικά κοινοβούλια σε επίπεδο λεκάνης απορροής. Η κατανομή των θέσεων στα "κοινοβούλια νερού" αποφασίζεται με υπουργική απόφαση και είναι:
- 40-45% εκπρόσωποι των χρηστών, ειδικευμένων τοπικών αξιωματούχων και επιστημόνων, καθώς και κοινωνικών και επαγγελματικών ομάδων,
- 36-38% εκπρόσωποι των τοπικών και περιφερειακών αρχών (περιφέρειες, δήμοι, κοινότητες),
- 19-23% εκπρόσωποι του κράτους (υπουργείων κλπ).
Ο θεσμός αυτός περιορίζει την επίδραση της κεντρικής διοίκησης και εκφράζει με πιο άμεσο τρόπο την ανάγκη εξισορρόπησης των διαφόρων συμφερόντων και πρόληψης/ επίλυσης των συγκρούσεων για το νερό με την ενεργή συμμετοχή των διαφόρων κοινωνικών εταίρων. Ενθαρρύνεται με αυτό τον τρόπο η προσπάθεια διαμόρφωσης συμφωνιών μεταξύ χρηστών και εκλεγμένων εκπροσώπων. Μεταξύ άλλων, "το κοινοβούλιο του νερού" διαμορφώνει πολιτικές για την τιμολόγηση του νερού, παρακολουθεί τα διάφορα έργα σε επίπεδο υδρολογικής λεκάνης και προωθεί μελέτης για την παρακολούθηση θεμάτων νερού.

Η Ευρωπαϊκή Οδηγία - Πλαίσιο για το Νερό προωθεί μια αναλογική συμμετοχική διαδικασία. Με την εφαρμογή της ευρωπαϊκής Οδηγίας κάθε κράτος μέλος θα μπορεί να διαμορφώνει την πολιτική του για τους συμμετοχικούς θεσμούς, που θα λειτουργήσουν σε επίπεδο υδρολογικής λεκάνης, αλλά και σε εθνικό επίπεδο.

Ακραία καλά και κακά παραδείγματα στη διαχείριση νερού

Ακραία καλά και κακά παραδείγματα στη διαχείριση νερού
Η πρόσβαση σε καλής ποιότητας και επαρκούς ποσότητας νερό συνεχίζει να αποτελεί μεγάλο πρόβλημα για περίπου 2,5 δισεκατομμύρια ανθρώπους. Η κλιματική αλλαγή αλλά και η αυξανόμενη κατανάλωση νερού, μεταξύ άλλων και για τις ανάγκες της καλλιέργειας τροφίμων και την εκτροφή ζώων (συχνά για εξαγωγές στις βιομηχανικές χώρες) επιδεινώνει τα προβλήματα.
Καθώς ο πλανήτης αντιμετωπίζει όλο και περισσότερα προβλήματα από την έλλειψη νερού, αυξάνονται τα καλά και κακά παραδείγματα διαχείρισης του νερού. Η Σιγκαπούρη, μια πόλη 4,5 εκατομμυρίων κατοίκων, αποτελεί ένα παράδειγμα επιτυχημένης διαχείρισης του νερού παρά την πλήρη απουσία φυσικών πηγών. Τον Αύγουστο 2007 μάλιστα της απονεμήθηκε το βραβείο των Βιομηχανιών Νερού της Στοκχόλμης για την επιτυχημένη διαχείριση του νερού. Η Σιγκαπούρη ήταν γνωστή τις δεκαετίες του 60 και 70 για τα σοβαρά προβλήματα νερού που αντιμετώπιζε λόγω της ραγδαίας αστικοποίησης: ελλείψεις νερού, ρύπανση ποταμών και εκτεταμένες πλημμύρες. Μετά από 10 χρόνια συστηματικών παρεμβάσεων, το ποτάμι της Σιγκαπούρης είναι σήμερα καθαρό και τα ψάρια έχουν επιστρέψει. Το σημαντικό είναι, όμως, ότι «έχει εξασφαλιστεί η βιώσιμη κάλυψη των αναγκών σε νερό για τα επόμενα 100 ή περισσότερα χρόνια», όπως δήλωσε ο εκτελεστικός διευθυντής της εθνικής υπηρεσίας υδάτων της Σιγκαπούρης, Khoo Teng Chye, κατά την τελετή βράβευσης στην Στοκχόλμη. Η χώρα που παλιότερα εξαρτιόνταν για το νερό της από τη γειτονική Μαλαισία, σήμερα προμηθεύεται το αναγκαίο νερό από τοπικές υδρολογικές λεκάνες, από μονάδες αφαλάτωσης αλλά κυρίως από την ανακύκλωση του νερού. Η Σιγκαπούρη διαθέτει σήμερα 4 μονάδες ανακύκλωσης του νερού που καλύπτουν το 15% των αναγκών της χώρας σε νερό, ενώ η λειτουργία σύντομα και του 5ου θα φτάσει το ποσοστό αυτό στο 30% των αναγκών, μέσα στα επόμενα τρία χρόνια.
Το παράδειγμα βιώσιμης διαχείρισης των υδατικών πόρων από την Σιγκαπούρη θεωρείται σήμερα εξαιρετικό για όλες τις χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου. Η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας (WHO) μάλιστα υπέγραψε πρόσφατα μια νέα συμφωνία με τη Σιγκαπούρη για την από κοινού προώθηση της ασφαλούς διαχείρισης του πόσιμου νερού παγκοσμίως. Όπως δήλωσε ο βοηθός γενικός διευθυντής της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας, Susanne Weber-Mosdorf, «η Σιγκαπούρη είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα για την ολοκληρωμένη διαχείριση του νερού και η Π.Ο.Υ. ελπίζει να εργαστεί στενά μαζί της για να μοιραστεί την εμπειρία της με τα κράτη που συμμετέχουν στην Π.Ο.Υ.».
Η Νότια Αφρική ακολουθεί το παράδειγμα της Σιγκαπούρης. Όταν το 1994 κατάρρευσε το καθεστώς απαρτχάιντ, το 38% του πληθυσμού αυτής της χώρας (περίπου 15,2 εκατομμύρια κάτοικοι) δεν είχε πρόσβαση σε καθαρό νερό και αποχέτευση. Περιοχές όπου ζούσαν εκατομμύρια άτομα, όπως η Αλεξάνδρεια, με εσωτερικούς κυρίως μετανάστες, όπως είχαμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε με επιτόπου επισκέψεις στη διάρκεια της Παγκόσμιας Συνόδου για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη, το 2002, στο Γιοχάνεσμπουργκ, στερούνταν κάθε υποδομής για νερό.
Σήμερα έχουν αναπτυχθεί υποδομές που καλύπτουν τα 10 από τα 15 εκατομμύρια κατοίκους που δεν είχαν πρόσβαση σε νερό, κυρίως ανθρώπους που ζουν στην ύπαιθρο. Μέχρι το 2009 αναμένεται να καλυφθούν οι όλες οι βασικές ανάγκες σε νερό του πληθυσμού της Ν. Αφρικής.
Αντίθετα με τις δύο αυτές χώρες, το Ιράκ, αν και διασχίζεται από δύο μεγάλα ποτάμια, τον Τίγρη και τον Ευφράτη, αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα νερού εξαιτίας των μακροχρόνιων προβλημάτων, της συμμετοχής σε πολέμους από τη δεκαετία του ’80 και της κατάληψης της χώρας από τα Αμερικάνικα στρατεύματα το 2003. Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, ο τομέας του νερού γνωρίζει μια μεγάλη αποδιοργάνωση τα τελευταία χρόνια, ως αποτέλεσμα έλλειψης συντονισμού των διαφόρων υπηρεσιών, αδυναμίας εφαρμογής ενός εθνικού σχεδίου διαχείρισης των φυσικών πηγών, αυξανόμενης σπατάλης και περιβαλλοντικής υποβάθμισης.

Εξοικονόμηση, επαναχρησιμοποίηση κι ανακύκλωση νερού σε διάφορες χώρες

Για την αντιμετώπιση των αυξανόμενων απαιτήσεων σε νερό μέχρι τώρα οι πολιτικοί και οι τεχνικοί πρότειναν όλο και μεγαλύτερα «αναπτυξιακά έργα», φράγματα, εκτροπές ποταμών, δέσμευση υπόγειων και επιφανειακών νερών σε μεγάλες αποστάσεις.

Η προμήθεια του νερού γίνεται όλο και πιο δαπανηρή διαδικασία. Η κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών σε νερό μέσα σε περιορισμένα όρια που τίθενται: οικολογικά, κοινωνικά, οικονομικά προϋποθέτει μια νέα σχέση με το νερό. Μέχρι τώρα διαχειριζόμασταν το νερό με όποια μέσα ήταν διαθέσιμα από την ανάπτυξη της τεχνολογίας. Ειδικά η σύγχρονη κοινωνία αντιμετωπίζει το νερό σαν μια πηγή που είναι εκεί για να την εκμεταλλευόμαστε παρά σαν σύστημα που υποστηρίζει την ζωή και από το οποίο εξαρτάται ο φυσικός κόσμος.

Στο πλαίσιο του Εθνικού Υδρολογικού Σχεδίου της Ισπανίας, προβλεπόταν η μεταφορά νερού από τον ποταμό Ebro (περιοχή Σαραγόσα, κεντροδυτική Ισπανία) προς τις αγροτικές και τουριστικές περιοχές της νοτιοδυτικής Ισπανίας. Σύμφωνα με πανεπιστημιακούς καθηγητές, οι οποίοι ήταν αντίθετοι στην κατασκευή του έργου, η ίδια ποσότητα νερού θα μπορούσε να εξασφαλιστεί και μάλιστα στο ένα τρίτο του κόστους μέσω της εξοικονόμησης νερού, μέσω της εφαρμογής νέων αρδευτικών τεχνικών, της αλλαγής του τύπου καλλιεργειών και της εξοικονόμησης νερού στην τουριστική βιομηχανία. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους της Σαραγόσα, της Βαρκελώνης και της Μαδρίτης και διαμαρτυρήθηκαν εναντίον του σχεδίου. Τον Αύγουστο του 2001 ξεκίνησε από τη Σαραγόσα πορεία 5.000 πολιτών που έφτασαν με τα πόδια μέχρι τις Βρυξέλλες για να διαμαρτυρηθούν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την πρόθεσή της να χρηματοδοτήσει το έργο. Το έργο εγκαταλείφθηκε και τώρα δίνεται έμφαση στην εξοικονόμηση νερού και σε μια νέα κουλτούρα για το νερό.
Ακόμα και η Βρετανία αντιμετωπίζει πλέον σοβαρά προβλήματα νερού. Δεν είναι λοιπόν απορίας άξιο το ότι η Εθνική Έκθεση του Ινστιτούτου Πολιτικών Μηχανικών, το 2006, προτείνει μια σειρά μέτρων για ανακύκλωση περισσότερου νερού από τους βιολογικούς καθαρισμούς ώστε να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα λειψυδρίας. Οι περιοχές του Essex και του Suffolk επεξεργάζονται ήδη από το 2003 το νερό από τις εγκαταστάσεις καθαρισμού των λυμάτων για να προμηθεύουν πόσιμο νερό. Το νερό διοχετεύεται σε ένα σύστημα καθαρισμού, διέρχεται από φίλτρα και μετά απολυμαίνεται με τη χρήση υπεριώδους ακτινοβολίας. Στη συνέχεια διοχετεύεται σε ποτάμια, από όπου αντλείται νερό στο σύστημα ύδρευσης.
Η νοτιανατολική Αγγλία αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα λειψυδρίας το καλοκαίρι του 2006 κάτι που εξανάγκασε μια επιχείρηση ύδρευσης να επιβάλει περιορισμούς στη χρήση νερού και ορισμένες άλλες να απαγορεύσουν τη χρήση του λάστιχου.
Στην έκθεση του Ινστιτούτου των Πολιτικών Μηχανικών διαπιστώνει ότι σε 20 χρόνια θα υπάρχει μια «τεράστια έλλειψη» νερού «εάν δεν γίνει τίποτα για τη διασφάλιση των αποθεμάτων νερού».
Μεταξύ των προτάσεων που επανήλθαν στη συζήτηση που άνοιξε είναι η βελτίωση της διαχείρισης του νερού από τους ίδιους τους καταναλωτές, με τη χρήση εξαρτημάτων, όπως «σακούλες για τη μείωση της ροής του νερού» στα καζανάκια (save-a-flush-bags), «μειωτήρες ροής» στις βρύσες (flow restrictions) και μπαταρίες του ντουζ με αέρα (aerated shower heads).

Αξιοποίηση του νερού από βιολογικούς καθαρισμούς Η συζήτηση για επαναχρησιμοποίηση των νερών μετά την επεξεργασία των λυμάτων άνοιξε, έστω και για λίγ

Αξιοποίηση του νερού από βιολογικούς καθαρισμούς
Η συζήτηση για επαναχρησιμοποίηση των νερών μετά την επεξεργασία των λυμάτων άνοιξε, έστω και για λίγο στην Ελλάδα, όταν συζητιόνταν το θέμα της συλλογής και επεξεργασίας των λυμάτων στην Αττική. Μεταξύ άλλων προτάθηκε, τότε, να περιληφθεί στο σχεδιασμό της επεξεργασίας των λυμάτων της Αττικής η δυνατότητα χρήσης του νερού από τον βιολογικό καθαρισμό (επαναχρησιμοποίηση) για ανάγκες της πόλης που δεν απαιτούν υψηλής ποιότητας νερό.
Ένας αριθμός χωρών, μεταξύ των οποίων κυρίως οι ΗΠΑ, η Αυστραλία, η Γαλλία, το Ισραήλ, η Κύπρος, η Τυνησία, η Γερμανία, το Μαρόκο κα αξιοποιούν παρόμοια νερά είτε για αστικές είτε για γεωργικές χρήσεις. Σε ένα μεγάλο αριθμό πόλεων έχουν αναπτυχθεί κατάλληλες υποδομές και διπλά δίκτυα ύδρευσης για να αξιοποιείται το νερό από τους βιολογικούς καθαρισμούς.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών, τα νερά από τους βιολογικούς καθαρισμούς στη χώρα μας –όπου λειτουργούν, μια και αρκετές αστικές περιοχές δεν διαθέτουν ακόμα κατάλληλες μονάδες επεξεργασίας των λυμάτων – καταλήγουν σε ποσοστό 45 % στη θάλασσα, 32% σε χείμαρρους, 12% σε ποτάμια και 7% στο έδαφος.
Βέβαια, η επαναχρησιμοποίηση του νερού από τους βιολογικούς καθαρισμούς προϋποθέτει την καλή λειτουργία των συστημάτων επεξεργασίας των λυμάτων, κάτι που θα έπρεπε να είναι βέβαια αυτονόητο. Η χρήση του νερού μετά την επεξεργασία των λυμάτων θα ήταν μια σημαντική πίεση για την αξιόπιστη λειτουργία των βιολογικών καθαρισμών. Η επαναχρησιμοποίηση αυτών των νερών εξαρτιέται, λοιπόν, από τρεις παράγοντες:
(α) Σωστή λειτουργία και συνεχής παρακολούθηση της αποδοτικότητας των συστημάτων επεξεργασίας των λυμάτων, ώστε η ποιότητα του νερού που βγαίνει στο τέλος να είναι στο πλαίσιο των προδιαγραφών που έχουν τεθεί
(β) Δημιουργία των κατάλληλων υποδομών, όπως π.χ. διπλά δίκτυα για τη χωριστή μεταφορά του νερού από τους βιολογικούς καθαρισμούς (ένα δίκτυο), ώστε να μην επηρεάζεται η ποιότητα του πόσιμου νερού (δεύτερο δίκτυο). Για παράδειγμα, θα μπορούσε να είναι υποχρεωτική η χρήση νερού από τους βιολογικούς καθαρισμούς στις οικοδομές, αντί να χρησιμοποιείται, όπως σήμερα πόσιμο νερό, κάτι που δεν είναι απαραίτητο στη συγκεκριμένη χρήση.
(γ) Κατάλληλη ενημέρωση του κοινού, με πλήρη τεκμηρίωση και διάθεση αξιόπιστων στοιχείων από ανεξάρτητους φορείς, ώστε να αποκτηθεί εμπιστοσύνη σε θέματα χρήσης του νερού από τους βιολογικούς καθαρισμούς για κάλυψη αναγκών στις οποίες δεν απαιτείται ποιότητα πόσιμου νερού.
Σε βάθος χρόνου, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν τα κατάλληλα διπλά δίκτυα, ώστε να διανέμεται το νερό από τους βιολογικούς καθαρισμούς σε κάθε χρήστη που θα ήθελε να αξιοποιήσει αυτά τα νερά, π.χ. στα καζανάκια στις τουαλέτες ξενοδοχείων και κατοικιών, σε συνεργεία αυτοκινήτων, σε δήμους για το πότισμα πάρκων, σε πλυντήρια αυτοκινήτων, σε οικοδομές, σε βιομηχανικές και άλλες δραστηριότητες που δεν χρειάζονται κατ΄ ανάγκη νερό ποιότητας όπως αυτή του πόσιμου. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να ξεκινήσει με χρηματοδοτήσεις από το ΕΣΠΑ (Δ’ ΚΠΣ) σε νησιά, όπου υπάρχει σοβαρό πρόβλημα νερού και σε μικρές πόλεις, και να επεκταθεί σταδιακά σε όλες τις νέες επεκτάσεις αστικών περιοχών. Επιπλέον, κάθε νέος σχεδιασμός μονάδων επεξεργασίας λυμάτων θα έπρεπε να περιλαμβάνει και δίκτυα επαναχρησιμοποίησης του νερού μετά την επεξεργασία του από τους βιολογικούς καθαρισμούς.
Με δεδομένο ότι καθαρό πόσιμο νερό χρειαζόμαστε μόλις για το 5-10% της συνολικής κατανάλωσης στις πόλεις, ποσοστό μέχρι και 40% της κατανάλωσης θα μπορούσε να υποκατασταθεί με νερό από τους βιολογικούς καθαρισμούς. Ακόμα και για σε κάποιες γεωργικές χρήσεις θα μπορούσε να αξιοποιηθεί το νερό από τους βιολογικούς καθαρισμούς. Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Ελιάς και Υποτροπικών Φυτών Χανίων , μέχρι το 2010 θα μπορούσαν να αρδευτούν με νερά από βιολογικούς καθαρισμούς πάνω από 1,4 εκατομμύρια στρέμματα γεωργικής γης σε όλη τη χώρα, ενώ στην Κρήτη θα μπορούσαν να αυξηθούν οι αρδευόμενες εκτάσεις κατά 5%. Ένα πρόγραμμα αξιοποίησης των νερών μετά την επεξεργασίας τους από το βιολογικό καθαρισμό υλοποιείται από το Δήμο Χερσονήσου Κρήτης.