Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2008

Για μια βιώσιμη πόλη

Για μια ανθρώπινη, οικολογικά και κοινωνικά βιώσιμη πόλη

Του Νίκου Χρυσόγελου*

1. Η σημερινή κατάσταση

Η πόλη είναι αναμφισβήτητα ο γόνιμος χώρος όπου αναπτύχθηκε ο πολιτισμός αλλά και η έννοια της δημοκρατίας. Όμως, ο πληθυσμός του πλανήτη αλλά και ο πληθυσμός που κατοικεί πλέον σε μεγάλες πόλεις αυξάνονται ραγδαία: περισσότεροι από 70-80.000.000 άνθρωποι προστίθενται ετησίως στον αστικό πληθυσμό. H φυσιογνωμία των πόλεων αλλάζει με πολύ γρήγορους ρυθμούς. Οι τάσεις ανάπτυξης και τα μεγέθη των σημερινών μεγαλουπόλεων δεν είναι πια αυτά που ευνόησαν την άνθιση του πολιτισμού. Είναι συζητήσιμο το αν και πως –παρά την αλματώδη ανάπτυξη της τεχνολογίας – συμβάλουν πια στη συμμετοχή του πολίτη στις πολιτικές αποφάσεις αλλά και στη δημοκρατική διακυβέρνηση γενικότερα. Μήπως δεν είναι η σύγχρονη πόλη ο χώρος όπου ο πολίτης χάνει σταδιακά την ιδιότητα του πολίτη και τείνει όλο και περισσότερο να ταυτιστεί με την έννοια του ανικανοποίητου καταναλωτή, του παθητικού αποδέκτη μηνυμάτων και προτάσεων κατανάλωσης;

Τις τελευταίες δεκαετίες η συνεχής οικονομική μεγέθυνση και η εκρηκτική συγκέντρωση πληθυσμού στις πόλεις είχε ως παράπλευρη ζημιά και τη στέρηση αναντικατάστατων Δημόσιων Αγαθών (καθαρός αέρας, καθαρό νερό, καθαρές θάλασσες, καθαρή γη) από σημαντικά ποσοστά του πληθυσμού. Φαινόμενα κρίσεων που συνδέονταν με ανθρωπογενείς παρεμβάσεις στο περιβάλλον είχαμε και σε προηγούμενες εποχές. Ο τρόπος κατασκευής, για παράδειγμα, των μεσαιωνικών πόλεων – στενοί δρόμοι, αδυναμία διαχείρισης των στερεών και υγρών αποβλήτων, κακές συνθήκες υγιεινής - ευνόησε τη ραγδαία διάδοση των επιδημιών. Όμως, μόνο μετά και εξαιτίας της βιομηχανικής επανάστασης και κυρίως μετά την εκρηκτική επέκταση του καταναλωτικού μοντέλου, ο άνθρωπος αποκτάει τη δύναμη και τα εργαλεία για να αλλάξει (αρνητικά) το περιβάλλον του σε δραματική κλίμακα, κάτι που διαπιστώνεται ιδιαίτερα στον αστικό χώρο. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η αλλαγή του κλίματος, σε επίπεδο μικροκλίματος (πχ. " αστικό θερμοκήπιο" στην Αττική) ή σε πλανητικό επίπεδο ("φαινόμενο του θερμοκηπίου").

Σημαντικά ερωτήματα πρέπει να απαντηθούν για να μπορέσουμε να αξιολογήσουμε και να επανασχεδιάσουμε τις πολιτικές για την πόλη. Ερωτήματα, που δεν είχαν τεθεί με επιτακτικό τρόπο από όσους συμμετείχαν καθοριστικά στην μεγέθυνση ή στην εξέλιξη των σύγχρονων πόλεων, όπως για παράδειγμα: Βελτιώνεται η ζωή των πολιτών ή χειροτερεύει με τον τρόπο που αναπτύσσονται ή και λειτουργούν οι σύγχρονες πόλεις; Κατά πόσο οι σημερινές πόλεις ικανοποιούν τις πολύπλευρες ανάγκες του ανθρώπου και κατά πόσο αντανακλούν μια σχέση ισορροπίας με το φυσικό περιβάλλον τους; Αφομοιώνουμε δημιουργικά την εμπειρία των φυσικών κύκλων και των οικοσυστημάτων στην τεχνολογική εξέλιξη για να μπορέσουμε να επιλύσουμε σοβαρά προβλήματα των μεγαλουπόλεων, όπως η διαμόρφωση βιώσιμων κατοικιών, η ισορροπία δομημένου αδόμητου χώρου, ο περιορισμός της σπατάλης φυσικών πόρων και η ελαχιστοποίηση παραγωγής αποβλήτων; Σε τελευταία ανάλυση, πώς επιλύονται τα σημερινά αλληλένδετα περιβαλλοντικά, οικονομικά και κοινωνικά – πολιτισμικά προβλήματα στις πόλεις που αλλάζουν συνεχώς;

Δεν υπάρχει μια και μοναδική απάντηση σε αυτά και άλλα παρόμοια ερωτήματα. Υπάρχουν, προφανώς, κοινές τάσεις αλλά και μεγάλες διαφορές στην εξέλιξη των σύγχρονων πόλεων, και γι΄ αυτό μια θεωρητική και με γενικότητες προσέγγιση του θέματος δεν αρκεί ούτε ένα κείμενο σαν κι αυτό φιλοδοξεί να απαντήσει σε όλα. Επιλέχτηκε η διατύπωση συγκεκριμένων σκέψεων και προτάσεων για τις ελληνικές πόλεις και ιδιαίτερα την Αττική, ενταγμένες όμως σε μια νέα προσέγγιση που αντιμετωπίζει την πόλη ως ένα ζωντανό οργανισμό του οποίου οι ζωτικές λειτουργίες πρέπει να είναι σε άριστη κατάσταση για να μπορεί να ευημερούν και τα κύτταρά του, οι πολίτες. Από την άλλη ο ρόλος των κυττάρων του – οι πολίτες – είναι καθοριστικός για την ζωή του οργανισμού – της πόλης.

Είναι γεγονός ότι οι όλες σχεδόν οι μεγάλες πόλεις αντιμετωπίζουν στον ένα ή στον άλλο βαθμό σοβαρά προβλήματα που έχουν επιπτώσεις στη ζωή των κατοίκων, στην εξέλιξη της κοινωνίας αλλά και στο περιβάλλον. Οι ελληνικές πόλεις, όμως, βιώνουν μια ιδιαιτερότητα: συμπυκνώνονται σε αυτές ταυτόχρονα προβλήματα του αναπτυγμένου αλλά και του αναπτυσσόμενου κόσμου. Η Αττική, αλλά και άλλες ελληνικές πόλεις, δεν έχουν επιλύσει καθοριστικά προβλήματα επιβίωσης (μεγάλο ποσοστό παράνομης δόμησης, αδυναμία στοιχειώδους διαχείρισης υγρών και στερεών αποβλήτων, ασφυκτικές συνθήκες στις μετακινήσεις, έλλειψη πρασίνου, δυσκολία ενσωμάτωσης διαφορετικών πολιτισμικών προτάσεων, αδύναμες δομές διοίκησης και αυτοδιοίκησης, κα) που σχετίζονται με την καθημερινή ζωή, την υγεία, το περιβάλλον αλλά και την οικονομική και κοινωνική βιωσιμότητα, τις λύσεις των οποίων έχουν δρομολογήσει πολλές ευρωπαϊκές πόλεις. Ταυτόχρονα, όμως, έρχονται αντιμέτωπες με τα σύγχρονα προβλήματα, στην προσπάθειά άκριτης αναζήτησης ρόλων στον παγκόσμιο καταμερισμό (διοργάνωση Ολυμπιακών Αγώνων, προσέλκυση "επενδύσεων" σε ακίνητα, δημιουργία μεγάλων εμπορικών κέντρων κα), που επιδεινώνουν τα υπάρχοντα και δημιουργούν μεγαλύτερη ασφυξία.

2. Οι κινητήριες δυνάμεις των σημερινών τάσεων

Τις τελευταίες δεκαετίες έχουν συντελεστεί σημαντικές αλλαγές στον πληθυσμό, τα νοικοκυριά και την αστικοποίηση τόσο στην ΕΕ όσο και στην Ελλάδα. Αυξάνεται ο χώρος (επιφάνεια) της κατοικίας καθώς βελτιώνονται τα εισοδήματα και αλλάζουν τα πρότυπα, με αποτέλεσμα σήμερα να είναι διπλάσιος, τουλάχιστον, ο χώρος διαβίωσης ανά άτομο σε σχέση με 2-3 δεκαετίες πριν, να είναι μικρότερο το μέγεθος των νοικοκυριών (λιγότερα άτομα ανά νοικοκυριό) αλλά μεγαλύτερος ο αριθμός τους, ενώ εμφανίζεται διαφοροποίηση των καταναλωτικών προτύπων τους που επηρεάζουν το περιβάλλον: αύξηση των αποβλήτων συσκευασίας, της ενέργειας και των υδατικών πόρων που καταναλώνονται, αν και έχει επιτευχθεί μείωση και εξοικονόμηση σε ορισμένες χώρες ή πόλεις.

To 1990 o αριθμός των νοικοκυριών στην Ελλάδα ήταν 3.449.000 με αύξηση του αριθμού τους κατά 61% περίπου στην εικοσαετία 1970-1990 (ευρωπαϊκός μ.ο. μεταβολής την ίδια περίοδο 32.7 %). Ο μέσος όρος ατόμων ανά νοικοκυριό μειώθηκε κατά 19% στα 2.81 άτομα στην εικοσαετία 1970-1990 (ευρωπαϊκός μ.ο. ατόμων ανά νοικοκυριό 2,6 το 1990).

Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, το ποσοστό του πληθυσμού της ΕΕ των 15 που ζούσαν σε αστικές περιοχές αυξήθηκε από το 73,9 % το 1970 στο 79.2 % το 1997. Η αστικοποίηση ήταν πιο έντονη στις αγροτικές περιοχές. Στην Ελλάδα αντίστοιχα ο αστικός πληθυσμός αυξήθηκε από το 52,5% το 1970 στο 59,6% το 1997. Τα μεταναστευτικά ρεύματα προς την Ελλάδα συνέβαλαν, επίσης, στην αύξηση του αστικού πληθυσμού.

Στις περισσότερες χώρες της ΕΕ παρατηρείται, επίσης, συγκέντρωση του πληθυσμού σε μεγαλύτερες πόλεις, κυρίως στις περιαστικές περιοχές, και μείωση του ποσοστού του πληθυσμού που ζει σε πόλεις με λιγότερους από 2000 κατοίκους. Επεκτείνονται, έτσι, οι πόλεις και αυξάνονται οι μετακινήσεις και ο κυκλοφοριακός φόρτος. Το μοντέλο κατοικίας διαφοροποιείται από χώρα σε χώρα, με τους Ιρλανδούς (90%) και Βρετανούς (80%) να επιλέγουν κυρίως κατοικίες με κήπους, ενώ στην Ιταλία (70%), Ισπανία (60%) και Ελλάδα (52%) αυξάνονται ραγδαία αυτοί που ζουν σε πολυκατοικίες.

Τάσεις στην κατανάλωση των νοικοκυριών

Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξάνεται συνεχώς τις τελευταίες δεκαετίες. Παρατηρείται ποσοστιαία μείωση των δαπανών για βασικά είδη (φαγητό, ποτά, καπνό, ρουχισμό, οικιακό εξοπλισμό) και αύξηση των ποσοστιαίων δαπανών για ενοικίαση κατοικίας, κατανάλωση ενέργειας, μεταφορές και επικοινωνίες, κάτι που έχει επιπτώσεις άμεσες και έμμεσες στο περιβάλλον. Αν και σε ορισμένες χώρες παρατηρείται στροφή στην εξοικονόμηση νερού και ενέργειας, σε πολλές συνεχίζονται οι αυξητικές τάσεις. Σε γενικές γραμμές, πάντως, η αύξηση του αριθμού των νοικοκυριών και η μείωση του αριθμού των μελών αναιρεί τις δυνατότητες οικονομίας κλίμακας και αυτοεξυπηρέτησης που μπορούν να επιτυγχάνονται στα νοικοκυριά με μεγαλύτερο αριθμό μελών σε τομείς όπως η παραγωγή αποβλήτων, η κατανάλωση ενέργειας και νερού. Παρά την παρατηρούμενη μείωση των παιδιών ανά νοικοκυριό, η κατανάλωση προϊόντων και υπηρεσιών που απευθύνονται στα παιδιά έχει αυξηθεί ραγδαία.

Η κατανάλωση πολύ περισσότερο πια από την παραγωγή διαμορφώνει τα μοντέλα της ανάπτυξης που ακολουθούμε αλλά και διαμορφώνει τις πόλεις όπου ζούμε. Τις δύο τελευταίες δεκαετίες η ανά κάτοικο κατανάλωση παρουσίασε σταθερή αύξηση στις χώρες μέλη του ΟΟΣΑ. Οι αλλαγές στον τρόπο παραγωγής και οι τεχνολογικές καινοτομίες συνέβαλλαν στην εξοικονόμηση ενέργειας και υλών που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή πολλών αγαθών. Όμως, αυξήθηκε η ποσότητα των προϊόντων που παράγονται, αυξήθηκαν τα απόβλητα και άλλαξαν οι καταναλωτικές συνήθειες. Έτσι, τελικά δεν υπήρξε βελτίωση.

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες στις χώρες μέλη του ΟΟΣΑ αυξήθηκε η κατανάλωση ενέργειας κατά 36% και υπολογίζεται ότι η αύξηση ως το 2020 θα είναι της τάξης του 35%. Τα νοικοκυριά συνήθως καταναλώνουν το μεγαλύτερο ποσοστό ενέργειας για τη θέρμανση του χώρου και του νερού και μικρότερο ποσοστό για τον φωτισμό και το μαγείρεμα. Πολλές χώρες έχουν καταφέρει να μειώσουν την κατά κεφαλή κατανάλωση ενέργειας για θέρμανση, κυρίως βελτιώνοντας τη μόνωση και την ενεργειακή απόδοση γενικότερα των κτιρίων. Για παράδειγμα, τα σύγχρονα σπίτια στην Ολλανδία χρησιμοποιούν 40% λιγότερη ενέργεια για θέρμανση από αυτά που χτίστηκαν τη δεκαετία του 1960. Όμως, στην Ολλανδία, όπως και σε πολλές άλλες χώρες, αυξήθηκε η χρήση ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών και άρα η κατανάλωση ενέργειας για τη λειτουργία τους. Παρόλο που στις περισσότερες χώρες μέλη του ΟΟΣΑ τα τελευταία χρόνια κυκλοφορούν ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές χαμηλής κατανάλωσης, δεν έχει μειωθεί η κατανάλωση ενέργειας, αφού αυξάνονται οι συσκευές που χρησιμοποιούνται. Βέβαια ο συνδυασμός κακής ενεργειακής απόδοσης κτιρίων και συσκευών με την αύξηση της ποικιλίας και του αριθμού των συσκευών που χρησιμοποιούνται οδηγούν σε εκρηκτική αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας και κατά συνέπεια των εκπομπών αερίων που συμβάλλουν στην αλλαγή του παγκόσμιου κλίματος. Μια τέτοια είναι και η περίπτωση της Ελλάδας.

Σήμερα, υπάρχουν 550 εκατομμύρια οχήματα στις χώρες μέλη του ΟΟΣΑ, το 75% των οποίων είναι ιδιωτικά. Ο αριθμός των οχημάτων αναμένεται να αυξηθεί κατά 32% ως το 2020, ενώ τα χιλιόμετρα που διανύονται με αυτοκίνητο θα αυξηθούν κατά 40%. Τα αεροπορικά ταξίδια υπολογίζεται ότι θα τριπλασιαστούν ως το 2020.

Από το 1995 ως το 2020 υπολογίζεται ότι θα αυξηθούν κατά 43% οι ποσότητες αποβλήτων που παράγονται. Ευτυχώς, τα ποσοστά ανακύκλωσης έχουν αυξηθεί, με αποτέλεσμα η ποσότητα απορριπτόμενων αποβλήτων να μην αυξάνεται με τον ίδιο ρυθμό.

Η ανά κάτοικο κατανάλωση αυξάνεται σταθερά στις χώρες μέλη του ΟΟΣΑ τις τελευταίες δύο δεκαετίες και θα συνεχίσει να αυξάνεται ως το 2020. Τα νοικοκυριά επιβαρύνουν έμμεσα το περιβάλλον με τις διατροφικές τους επιλογές, τον τρόπο που αγοράζουν, αποθηκεύουν και προετοιμάζουν την τροφή καθώς και από την ποσότητα αποβλήτων που παράγουν. Πολλές από τις απαιτήσεις των καταναλωτών συμβάλλουν στην αύξηση των αερίων του θερμοκηπίου. Για παράδειγμα, τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερα νοικοκυριά ζητούν φρέσκα φρούτα και σε εποχή που αυτά δεν υπάρχουν. Έτσι, τα φρούτα μεταφέρονται από πολύ μακριά, με αεροπλάνα ή φορτηγά κυρίως.

Η μεγαλύτερη ζήτηση κρέατος συνέβαλε στην αύξηση της εντατικής ζωικής παραγωγής, ιδιαίτερα χοιρινών και πουλερικών, κάτι που επιβαρύνει το περιβάλλον και αποτελεί εν δυνάμει σημαντική πηγή ρύπανσης του νερού. Τα νοικοκυριά καταναλώνουν ενέργεια για δραστηριότητες που σχετίζονται με την τροφή (αγορά, αποθήκευση, προετοιμασία, καθαρισμός). Η χρήση ενέργειας για όλες αυτές τις δραστηριότητες αποτελεί ένα σημαντικό ποσοστό της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας από τα νοικοκυριά. Στην Αυστρία το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί στο 7%, στις ΗΠΑ το 10% και στην Ελβετία το 12%. Σημαντική κατανάλωση ενέργειας, όμως συνδέεται με τις οικιακές συσκευές, όπως οι κουζίνες για το μαγείρεμα του φαγητού αλλά και τα ψυγεία και οι καταψύκτες για την διατήρηση των τροφίμων. Αν και πολλές συσκευές σήμερα καταναλώνουν λιγότερη ενέργεια, η έμφαση δίνεται ακόμα στο σχεδιασμό για την προσέλκυση πελατών και όχι στην εξοικονόμηση ενέργειας. Μελέτες που έγιναν στις ΗΠΑ και την Πολωνία έδειξαν ότι για την προετοιμασία του ίδιου γεύματος απαιτείται πολύ διαφορετική ποσότητα ενέργειας (έως και 50% διαφορά). Η διαφορά οφείλεται τόσο στον τρόπο προετοιμασίας όσο και στη χρήση των συσκευών.

Τα νοικοκυριά προκειμένου να προμηθευτούν την τροφή τους αυξάνουν τις μετακινήσεις τους. Το 10% περίπου των μετακινήσεων που κάνουν τα νοικοκυριά της Αυστρίας αφορά την αγορά τροφίμων. Το αντίστοιχο ποσοστό για τη Σουηδία είναι 4%. Οι καταναλωτές συχνά μετακινούνται σε μεγάλες αποστάσεις χρησιμοποιώντας το ΙΧ τους για να ψωνίσουν σε μεγάλα σούπερ μάρκετ και εμπορικά κέντρα. Παρόλο που πολλά νοικοκυριά διαθέτουν μεγάλα ψυγεία και καταψύκτες, γεγονός που μειώνει τη συχνότητα που ψωνίζουν, οι μετακινήσεις τους δεν έχουν μειωθεί γατί τελικά καλύπτουν μεγαλύτερες αποστάσεις. Σύμφωνα με μελέτη που έγινε στη Σουηδία, τα νοικοκυριά καταναλώνουν περισσότερη ενέργεια οδηγώντας για να ψωνίσουν, από όση καταναλώνουν οι παραγωγοί για να μεταφέρουν τα προϊόντα στα σημεία πώλησης. Οι απαιτήσεις των καταναλωτών για επεξεργασμένες και συσκευασμένες τροφές έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας από τον τομέα παραγωγής τροφίμων. Στις ΗΠΑ, η βιομηχανία τροφίμων είναι ο τέταρτος μεγαλύτερος καταναλωτής ηλεκτρικής ενέργειας.

3. Πώς μπορούμε να πετύχουμε στην στροφή προς βιώσιμα μοντέλα πόλεων;

Οι κοινωνικές διεργασίες που αυξάνουν τις πιέσεις στο περιβάλλον (μικρότερα νοικοκυριά, αύξηση του αριθμού των νοικοκυριών, μεγαλύτερα εισοδήματα, επέκταση του καταναλωτικού μοντέλου στον υπόλοιπο κόσμο με τη δημιουργία καταναλωτικών στρωμάτων και στον αναπτυσσόμενο κόσμο) μπορούν να εξισορροπηθούν μόνο μέσα από συνειδητές αλλαγές αφενός στα μοντέλα ανάπτυξης των πόλεων και αφετέρου των καταναλωτικών προτύπων στα αστικά κέντρα. Διαφορετικά, η γενίκευση του σημερινού μοντέλου κατανάλωσης θα οδηγήσει στο όχι πολύ μακρινό μέλλον σε εκρηκτικά περιβαλλοντικά, κοινωνικά και οικονομικά αδιέξοδα.

Οι θεμελιώδεις αρχές πάνω στις οποίες πρέπει να στηρίζεται μια σύγχρονη πολιτική για την πόλη είναι:
- Το υψηλό επίπεδο προστασίας του αστικού φυσικού περιβάλλοντος και της υγείας, ώστε οι πολίτες να διαβιώνουν σε περιβάλλον που εξασφαλίζει μια αξιοπρεπή ζωή και που δεν είναι απειλητικό ή επικίνδυνο για την υγεία και τη ζωή τους.
- Η αρχή της πρόληψης, δηλαδή όταν υπάρχουν αιτιολογημένες ενδείξεις ότι μια πολιτική ή δραστηριότητα μπορεί να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και στη ζωή των κατοίκων των πόλεων, πρέπει να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα, ακόμα και όπου δεν υπάρχει επιστημονική βεβαιότητα που να συνδέει με σχέση με αίτιου-αποτελέσματος τις αρνητικές επιπτώσεις με τη δραστηριότητα.
- H αρχή της αποφυγής / αποτροπής της περαιτέρω υποβάθμισης της ζωής μέσα στις πόλεις.
- H αρχή της επανόρθωσης της ζημιάς στην πηγή (δηλαδή όταν έχουν προκληθεί βλάβες στο περιβάλλον και τις λειτουργίες της πόλης πρέπει να καταβάλλονται συντονισμένες προσπάθειες για την αντιμετώπιση των προβλημάτων στο επίπεδο από όπου προέρχεται για παράδειγμα η ρύπανση, η πίεση ή η ζημιά..
- Η αρχή "ο ρυπαίνων πληρώνει", δηλαδή αυτοί που ευθύνονται για την περιβαλλοντική ζημιά (αυθαίρετη δόμηση, κατάληψη δημόσιων χώρων, μπάζωμα ρεμάτων, απόρριψη σκουπιδιών ανεξέλεγκτα στο περιβάλλον, κα) πρέπει να σηκώνουν το βάρος της αποκατάστασης του περιβάλλοντος.
- Η αρχή της ενσωμάτωσης σε όλες τις πολιτικές που έχουν επιπτώσεις στην διαμόρφωση και εξέλιξη των πόλεων των περιβαλλοντικών και κοινωνικών συμφερόντων.
- Η αρχή της ελεύθερης και αποτελεσματικής περιβαλλοντικής πληροφόρησης και του δικαιώματος συμμετοχής των πολιτών στη λήψη αποφάσεων.

Όλο και περισσότερο διαπιστώνεται ότι η κατάλληλη αξιοποίηση μεθόδων και λειτουργιών των φυσικών συστημάτων μπορεί να συμβάλει στην αποτελεσματική αναδιοργάνωση της παραγωγικής βάσης των ανθρώπινων κοινωνιών ώστε να ελαχιστοποιηθούν τα περιβαλλοντικά προβλήματα, η σπατάλη φυσικών πόρων και ενέργειας αλλά και να μειωθούν τα απόβλητα. Πράσινα χημικά, μέθοδοι βιοτεχνολογίας (δεν πρέπει να συγχέονται με τις επεμβάσεις στις γενετικές πληροφορίες που είναι προϊόν της γενετικής μηχανικής –γενετικής τροποποίησης), αξιοποίηση υπολειμμάτων γεωργικών καλλιεργειών για την παραγωγή καυσίμων, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δημιουργούν την υλική βάση για την βελτίωση των οικολογικών αποδόσεων των σημερινών κοινωνιών. Ίσως, είναι καιρός να αξιολογήσουμε τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των ανθρώπινων συστημάτων (μεταξύ άλλων και των αστικών συγκεντρώσεων) όχι μόνο υιοθετώντας νέα εργαλεία "μέτρησης" κι αξιολόγησης, όπως για παράδειγμα είναι οι διάφοροι –προτεινόμενοι - δείκτες βιωσιμότητας, αλλά και υιοθετώντας νέες ολοκληρωμένες μεθόδους ανάλυσης κι αξιολόγησης που βασίζονται στη σύγκριση με τις λειτουργίες και την αποτελεσματικότητα φυσικών (οικο)συστημάτων. Για παράδειγμα, πόσο αποτελεσματικά χρησιμοποιούμε την ενέργεια ή κάποιους φυσικούς πόρους σε σύγκριση με αντίστοιχες λειτουργίες κάποιων οικοσυστημάτων; Πώς μπορούμε να "αντιγράψουμε" από τα οικοσυστήματα τον επιτυχή τρόπο ανακύκλωσης των "αποβλήτων" με την ένταξή τους ως πρώτων υλών σε φυσικούς κύκλους;

Θα είχε, λοιπόν, ενδιαφέρον να αναπτύξουμε μεθόδους αξιολόγησης της βιωσιμότητας συνολικά των πόλεων αλλά και των επιμέρους λειτουργιών τους, υιοθετώντας μια νέα προσέγγιση που θέτει διαφορετικά από τα σημερινά κριτήρια αξιολόγησης, στηριζόμενοι σε μια υπόθεση: μια πόλη είναι ένας οργανισμός που για να είναι ζωντανός (βιώσιμος) είναι ανάγκη να βασίζεται στην (καλή) κατάσταση των ζωτικών οργάνων του, στη συνεργασία μεταξύ τους, στην καλή λειτουργία του καθένα χωριστά αλλά και του συνόλου των βασικών συστημάτων του, όπως:
- Το ανοσοποιητικό σύστημα (στην περίπτωση της πόλης: ισορροπημένη σχέση φύσης – δομημένου χώρου, φυσικά και τεχνητά οικοσυστήματα που συμβάλλουν στην ποιότητα ζωής, υγιή κτίρια)
- το κυκλοφορικό σύστημα (μετακίνηση – μεταφορές για όλους αλλά και ύπαρξη δρόμων του νερού),
- το αναπνευστικό (ποιότητα του αέρα που αναπνέουμε),
- το πεπτικό (εισροές και εκροές πρώτων υλών και ενέργειας, παραγωγή και διαχείριση αποβλήτων),
- η εγκεφαλική λειτουργία, το νευρικό σύστημα, ο συντονισμός (δομή και διοίκηση της πόλης, συνεργασία και συμμετοχή των πολιτών για τη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος, συνεχής διαδικασία συν-διαμόρφωσης της πολιτισμικής ταυτότητας μέσα από την αλληλεπίδραση διαφορετικών επιμέρους "πολιτισμικών εικόνων" κα).

Δεν μπορούμε να φανταστούμε έναν οργανισμό να ευημερεί, όταν οι επιμέρους λειτουργίες του και τα συστήματά του έχουν υποστεί σοβαρή ζημιά, η ανάπτυξη των κυττάρων του ακολουθεί μια αυθαίρετη πορεία και οι μηχανισμοί επίλυσης δυσλειτουργιών και δυσπλασιών δεν αντιδρούν. Αν υιοθετήσουμε την υπόθεση "πόλη – οργανισμός", θα συμφωνήσουμε ότι δεν είναι βιώσιμη μια πόλη στην οποία δεν ικανοποιούνται βασικές ανάγκες, όπως καθαρή ατμόσφαιρα, δυνατότητα μετακίνησης για όλες τις ομάδες πολιτών, ορθολογική διαχείριση πρώτων υλών, ενέργειας, νερού κι αποβλήτων, αποτελεσματική εξυπηρέτηση πολιτών, υπηρεσίες που ανταποκρίνονται στις ποιοτικές ανάγκες μιας σύγχρονης πόλης. Στην περίπτωση αυτή δεν αρκεί, απλώς, η διαπίστωση των προβλημάτων, αλλά είναι περισσότερο από αναγκαία η κινητοποίηση των κυττάρων (πολιτών) της για να μπορέσουν να αποκατασταθούν οι βασικές της λειτουργίες του οργανισμού (πόλεις).

Λίγο πολύ όλοι γνωρίζουν ποια είναι τα επιμέρους προβλήματα των σύγχρονων ελληνικών πόλεων και ιδιαίτερα της Αττικής:
- επέκταση της πόλης χωρίς σχέδιο και με τρόπο που προσθέτει συνεχώς προβλήματα και απομυζά τον ελεύθερο χώρο, τις διεξόδους και τις ανάσες της πόλης,
- σπατάλη φυσικών πόρων, νερού και ενέργειας κατά παράλογο τρόπο, όταν μάλιστα μεταφέρονται στην πόλη από πολύ μακριά αλλά και κοστίζουν ιδιαίτερα ακριβά στον καταναλωτή,
- περιορισμός των δικαιωμάτων των πεζών, γονιών, παιδιών και ποδηλατιστών, χωρίς όμως ταυτόχρονα να απολαμβάνουν την "προνομιακή εξυπηρέτηση" που έχουν οι αυτοκινητιστές, λόγω της κυκλοφοριακής ασφυξίας των αυτοκινητοδρόμων,
- υπηρεσίες της κεντρικής διοίκησης αλλά και της αυτοδιοίκησης που δεν ανταποκρίνονται ούτε κατ' ελάχιστο στις σύγχρονες ανάγκες των δημοτών – πολιτών (αποξένωση, δυσκολία μετακίνησης, έλλειψη χώρων κοινωνικοποίησης και αναψυχής ή επαφής με το φυσικό περιβάλλον, αδυναμία πρόσβασης σε πληροφορίες, απουσία συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων μετά από διαβούλευση κα).

4. Η ανάγκη αναπροσανατολισμού των πολιτικών για την πόλη

(α) Αποκατάσταση του ανοσοποιητικού συστήματος της πόλης:
Η αυθαιρεσία και η σπέκουλα γης θα καθορίζουν την εξέλιξη της πόλης, την ποιότητα της κατοικίας και των κτιρίων, τη σχέση φυσικού και δομημένου χώρου ή μια ολοκληρωμένη πολιτική για τον δομημένο και αδόμητο χώρο;

Είναι γεγονός ότι δίνεται πολύ μεγάλη έμφαση σε μια μόνο διάσταση της οικονομικής σημασίας των κτιρίων και των πόλεων, όπου κάθε δαπάνη θεωρείται σκόπιμη και αντιμετωπίζεται σαν συνεισφορά στο Α.Ε.Π.. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας θεώρησης δεν γίνεται κριτική εκτίμηση για το αποτέλεσμα και τη σκοπιμότητα μιας δαπάνης και την υιοθέτηση εναλλακτικών πολιτικών ή λύσεων. Στα "οικονομικά των πόλεων" αγνοούνται άλλες οικονομικές διαστάσεις και επιπτώσεις που σχετίζονται όμως άμεσα με τις σύγχρονες πόλεις, όπως για παράδειγμα το επιπλέον κόστος που προκύπτει από τη σπάταλη κατανάλωση ενέργειας και νερού, ή το κόστος για τον οικογενειακό προϋπολογισμό αλλά και για συστήματα ασφάλισης από την αυξημένη νοσηρότητα και τους περισσότερους θανάτους εξαιτίας της ρύπανσης της ατμόσφαιρας ή των άσχημων συνθηκών ζωής γενικότερα.

Είναι διαπιστωμένο, επίσης, ότι αν και δεν υπολογίζεται σήμερα υπάρχει και ένα άλλο κόστος, το λεγόμενο εξωτερικό, το οποίο καταβάλουν τα οικοσυστήματα, οι πολίτες και οι μελλοντικές γενεές και το οποίο με τη σειρά έχει και οικονομική διάσταση. Ένα δάσος με τόσο σημαντικές λειτουργίες για τον κύκλο του νερού, την ανάσα των πόλεων, τον περιορισμό της ρύπανσης αλλά και των πλημμυρών καταστρέφεται πολύ εύκολα (για να οικοδομηθούν περιοχές, να γίνουν έργα κα) αλλά (ξανα)δημιουργείται ή υποκαθίσταται πολύ δύσκολα. Έχοντας τις φυσικές λειτουργίες δωρεάν τις υποτιμάμε, αλλά με τι κόστος μπορεί να υποκαταστήσουν τεχνικά έργα την εξαφάνιση ενός δάσους και τις λειτουργίες που εκτελεί, για παράδειγμα σε σχέση με την προστασία από πλημμύρες ή η χρήση του για αναψυχή;

Οι οικονομικές και όχι μόνο σελίδες των εφημερίδων αλλά και οι ειδικές εκδόσεις αποδίδουν όλο και περισσότερο στα κτίρια και στην "οικοδομή" ένα ρόλο μονοδιάστατο, αυτόν της επένδυσης, του "real estate", ενώ προσδίδουν κύρος αντί να επικρίνουν τις επιλογές που οδηγούν στη δόμηση των πάντων, στη στυγνή κερδοσκοπία αλλά και την υπερχρέωση των νοικοκυριών. Αντιφατικές πολιτικές προωθούνται ταυτόχρονα. Θέματα χωροταξίας και προστασίας του φυσικού, δασικού και περι-αστικού περιβάλλοντος αντιμετωπίζονται συνήθως ως ενοχλητικό εμπόδιο στην ανάπτυξη και τις επενδύσεις, η εξοικονόμηση ενέργειας και οι παρεμβάσεις για υγιή κτίρια ως επιβάρυνση της οικοδομής!

Τα φυσικά, όμως, (οικο)συστήματα μέσα στην πόλη παίζουν σημαντικό ρόλο στην επίλυση βασικών προβλημάτων της καθημερινότητας. Το παιχνίδι σε ένα πάρκο ή ένα πεζόδρομο, μια βόλτα σε κοντινή απόσταση χωρίς να χρειάζεται να μετακινηθεί κανείς με το ΙΧ, η συνάντηση με φίλους και γνωστούς σε ευχάριστο χώρο, η παρατήρηση των χρωμάτων, των αλλαγών των εποχών, το άκουσμα των ήχων της φύσης τις διαφορετικές ώρες της μέρας ή της νύχτας παίζουν σημαντικό ρόλο στην σωματική και ψυχική ισορροπία των ατόμων, αποτελούν δέσμη αναγκών που αν δεν ικανοποιούνται με απλό και φυσικό τρόπο είτε οδηγούν σε εντάσσεις και πιέσεις (προβλήματα υγείας όπως η κατάθλιψη, shopping therapy, βία στα γήπεδα και στην οικογένεια) είτε πρέπει να καλυφθούν με ακριβά υποκατάστατα (φυγή του Σαββατοκύριακου, τεχνητοί πλαστικοί παιδότοποι, τεράστια αύξηση των οικογενειακών δαπανών, δεύτερη και τρίτη δουλειά για να καλυφθούν οι απεριόριστες "υποχρεώσεις" που δημιουργούνται). Η απουσία συνθηκών βιωσιμότητας στην πόλη, η αδυναμία λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος της, επηρεάζει καθοριστικά την ποιότητα αλλά και την ίδια τη ζωή των πολιτών.

Αν και τα κτίρια αντιπροσωπεύουν διεθνώς το 50% των οικονομικών επενδύσεων και απορροφούν το 1/6 των παγκόσμιων φυσικών πόρων, συνήθως αγνοούνται από τους πολιτικούς και τους σχεδιαστές οι επιπτώσεις από το μοντέλο δόμησης του χώρου πάνω στη ζωή, την υγεία αλλά και το περιβάλλον. Ελάχιστα έχει συνειδητοποιηθεί η έκταση της καταστροφής του ανοσοποιητικού συστήματος των ελληνικών πόλεων: ανεξέλεγκτη αύξηση των κυττάρων της πόλης, παράνομη δόμηση με κυρίαρχο ρόλο στην διαμόρφωση και ανάπτυξη των πόλεων, ανεξέλεγκτη επέκταση αστικών περιοχών σε βάρος εναπομεινάντων περιαστικών δασών και ελεύθερων-αδόμητων περιοχών, εξαφάνιση σχεδόν των φυσικών οικοσυστημάτων μέσα και γύρω από τις πόλεις, δημιουργία άκριτα και χωρίς προϋποθέσεις και όρους τεχνητών οικοσυστημάτων – εμπορικών κέντρων και "θεματικών πάρκων".

Η μείωση του πρασίνου, η πυκνή δόμηση του χώρου, η λειτουργία του τσιμέντου και της ασφάλτου ως θερμοσυσσωρευτών, η απεριόριστη αυτοκίνηση καθώς και η χρήση κλιματιστικών συστημάτων έχουν ως αποτέλεσμα τη μεταβολή του μικροκλίματος στις μεγάλες πόλεις, τη δημιουργία συνθηκών "αστικού θερμοκηπίου", την υπερθέρμανση της πόλης, αφού αναιρείται –όπως έχει διαπιστωθεί πλέον - η δυνατότητα ευεργετικής επίδρασης της θαλάσσιας αύρας, παγιδεύονται οι ρύποι και η θερμότητα μεταξύ των στενών διαδρόμων που δημιουργούν τα κτίρια, παρεμποδίζεται η ανανέωση του αέρα μέσα στις πόλεις. Έχει πράγματι διαπιστωθεί ότι η θερμοκρασία των αστικών περιοχών είναι κατά πολύ υψηλότερη από γειτονικές περιοχές πρασίνου (πάρκα) ή αγροτικές περιοχές.

Όμως, οι σύγχρονες συνθήκες ζωής στις αστικές περιοχές, η ρύπανση της ατμόσφαιρας και των νερών, η ανεξέλεγκτη απόρριψη των αποβλήτων, η έκθεση καθημερινά σε χιλιάδες επικίνδυνα χημικά προϊόντα στην κατοικία ή στον χώρο εργασίας έχουν επιπτώσεις στην υγεία των πολιτών. Δεν είναι λίγοι οι επιστήμονες που αποδίδουν στους περιβαλλοντικούς αυτούς παράγοντες την αύξηση τουλάχιστον κατά 35% τις 2 τελευταίες δεκαετίες του αριθμού των νεοπλασιών. Σύμφωνα με ανακοίνωση επιστημόνων από το Υπουργείο Υγείας και τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας των ΗΠΑ "η έκθεση του ανθρώπου σε τεράστια γκάμα χημικών στο περιβάλλον, σε συνδυασμό με τον σύγχρονο τρόπο ζωής, είναι οι "ένοχοι" για τα δύο τρίτα των κρουσμάτων καρκίνου στις ΗΠΑ."

Σε ένα οργανισμό η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη των κυττάρων θα σήμαινε συναγερμό. Κι όμως, το αντίστοιχο σε επίπεδο πόλης – η ανεξέλεγκτη δηλαδή και αυθαίρετη δόμηση, σημαντικός παράγοντας καταστροφής των ελληνικών πόλεων και του γύρω περιαστικού χώρου - δεν οδηγεί σε συναγερμό για την αντιμετώπιση του φαινομένου αλλά σε αλλεπάλληλα κύματα "νομιμοποίησης". Το ένα τέταρτο των κατοικιών που κτίζονται σε ολόκληρη τη χώρα είναι αυθαίρετες, με ευθύνη κυρίως των κυβερνήσεων που ενθαρρύνουν και συντηρούν με τις πολιτικές τους αυτό το κλίμα παρανομίας για πελατειακούς λόγους, στηρίζοντας τα "έσοδα του κράτους" κυρίως μέσω μιας φορο-εισπρακτικής αντίληψης "νομιμοποίησης". Συνολικά σήμερα στην Ελλάδα υπάρχουν περίπου 7.000.000 κατοικίες, ενώ σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ (2001) τη δεκαετία 1991-2001 χτίζονταν ετησίως 124.000 κατοικίες, από τις οποίες 31.000 αυθαίρετες, χωρίς άδεια. Στα είκοσι χρόνια 1983-2003 (νόμος 1337/83 για αυθαίρετα, νόμος 3212/2003 για αυθαίρετα) εντάχθηκαν στο σχέδιο πόλης ως περιοχές πρώτης και δεύτερης κατοικίας περίπου 600.000 στρέμματα. Με βάση τα στοιχεία της ΕΣΥΕ, το 2004 χτίστηκαν στην Ελλάδα 122.000 νόμιμες κατοικίες, ενώ οι αυθαίρετες πρέπει να ξεπερνούν τις 40.000. Το 2005 αυξήθηκε σημαντικά ο αριθμός των νόμιμων και αυθαίρετων κατοικιών και οι πρόσφατες ρυθμίσεις της κυβέρνησης οδήγησαν σε καταστάσεις παράκρουσης, με έκρηξη των δανείων και των αγορών ακινήτων.

Νόμιμα ή παράνομα, τα κτίρια στην ελληνική πόλη αντανακλούν, όμως, όλο και περισσότερο μια οικονομίστικη προσέγγιση (οικοδομή ως "επένδυση" ή ιδιωτικός χώρος απομόνωσης) και όχι μια σύγχρονη οικιστική αντίληψη, που αντιμετωπίζει την κατοικία ως χώρο που εξυπηρετεί ταυτόχρονα ανάγκες στέγασης, επικοινωνίας, χαλάρωσης, δημιουργίας αλλά και ένταξης στον κοινωνικό ιστό και, γιατί όχι, αποκατάστασης της ισορροπίας με τα φυσικά οικοσυστήματα.

Τα προβλήματα είναι ιδιαίτερα οξυμένα και μέσα στην ίδια την κατοικία. Σε έρευνα για την ποιότητα του αέρα στο εσωτερικό 1000 κτιρίων στην περιοχή της Αθήνας από την Ομάδα Φυσικής Κτιριακού Περιβάλλοντος του τμήματος Φυσικής Πανεπιστημίου Αθήνας διαπιστώθηκε ότι στο 75% περίπου των κτιρίων η συγκέντρωση ενός τουλάχιστον ρύπου υπερέβαινε τα όρια του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (W.H.O.). Στο 60% των κτιρίων τα φαινόμενα παθολογίας ήταν στατιστικά σημαντικά.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της κυρίαρχης αντίληψης για την πόλη, την κατοικία, το χώρο είναι οι λεγόμενοι "ακάλυπτοι χώροι", που κομματιάζουν τον χώρο και διαχωρίζουν τα κτίρια μεταξύ τους. Ο ακάλυπτος χώρος μετατρέπεται σε τείχος, είναι ένα κομμάτι του οικοπέδου που …"δυστυχώς δεν επιτρέπεται να χτιστεί". Μια πολιτική ενθάρρυνσης της συνένωσης των ακάλυπτων χώρων θα μπορούσε να προσφέρει μια ρεαλιστική λύση για τις ανάγκες συνεύρεσης σε ιδιωτικό αλλά ταυτόχρονα και δημόσιο χώρο για τα παιδιά, τους ηλικιωμένους αλλά και τους αποκλεισμένους στα διαμερίσματα κατοίκους, σύνδεσης με τους άλλους και τη φύση, κοινωνικοποίησης, δημιουργίας.

Οι δρόμοι των νερού αλλά και οι ανάσες της πόλης έχουν κλείσει εδώ και καιρό, αφού τα περισσότερα ρέματα μέσα στις πόλεις έχουν μπαζωθεί ή καλυφθεί. Τρεις-τέσσερις δεκαετίες πριν το 65% των νερών στην Αττική απορροφούνταν από το έδαφος και το 35% κατέληγε στα ποτάμια και τα ρέματα. Τα τελευταία 110 χρόνια μπαζώθηκε το 60% των ρεμάτων της Αττικής. Κάτι ανάλογο έχει συμβεί και στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες πόλεις. Το μεγαλύτερο ποσοστό του εδάφους καλύπτεται πια από τσιμέντο ή άσφαλτο και τα νερά της βροχής δεν βρίσκουν διέξοδο. Δεν είναι ανεξήγητο, λοιπόν, γιατί οι πόλεις μοιάζουν ανοχύρωτες απέναντι στη βροχή, γιατί πλημμυρίζουν με την πρώτη βροχή. Όπως περιγράφει με αφοπλιστικό τρόπο ο Αλέκος Φασιανός σε άρθρο του:
"… Τα ρέματα της πόλης μας αποτελούσαν τις αρτηρίες που διοχετεύονταν τα κατερχόμενα νερά από τα γύρω βουνά. Ακόμη και βιότοποι είχαν γίνει μέσα σ' αυτά. Και η Φωκίωνος Νέγρη ρέμα ήταν, και μάλιστα με αρκετό νερό. Έχω δει τη Μιχαλακοπούλου να πλημμυρίζει , ένα μέτρο νερό να παρασύρει μηχανάκια και αυτοκίνητα γιατί σκεπάστηκε με άσφαλτο. Η γη δεν απορροφά πια το νερό και χάνεται στη θάλασσα. Τα φυτά δεν βγαίνουν πια. Ο ζωικός κόσμος χάθηκε και βγήκε ο μηχανικός. Πάνω στα ρέματα τα μηχανήματα. Θα έπρεπε λοιπόν στα εναπομείναντα να δημιουργηθούν χώροι για περίπατο, να προστατευθούν οι όχθες τους από κατολισθήσεις και οι κοίτες τους να μην τσιμεντώνονται. Να διατηρείται η γη όπως είναι. Ας καταλάβουμε, λοιπόν, ότι πλημμυρίζουμε από τις ατασθαλίες μας και όχι από τις βροχές…" (του Αλέκου Φασιανού, από την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ")

Παρά την εμπειρία των τελευταίων χρόνων δεν φαίνεται να άλλαξε, όμως, ριζικά η πολιτική απέναντι στα εναπομείναντα ρέματα, σε αντίθεση μάλιστα με τη νομολογία του ΣτΕ που αναγνωρίζει ότι τα ρέματα είναι οι αγωγοί του νερού μέσα στις πόλεις, η άμυνα μας απέναντι στις πλημμύρες, αλλά και σημαντικές από οικολογική άποψη περιοχές για τη διατήρηση της φύσης μέσα στον αστικό χώρο, την ανανέωση του αέρα, την διέξοδο του νερού της βροχής και τον εμπλουτισμό του υδροφόρου ορίζοντα.

Ο δημόσιος χώρος καθώς και το δικαίωμα στο δημόσιο χώρο περιορίζονται όλο και περισσότερο, μια και υποτιμάται η αναγκαιότητά του για την βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών. Γιατί, άραγε, σπάνια βλέπει κανείς γονείς με καροτσάκια να κινούνται σε δημόσιους χώρους στις ελληνικές πόλεις, ενώ αντίθετα στην Κοπεγχάγη εντυπωσιάζεσαι από τον αριθμό των παιδικών καροτσιών στα πεζοδρόμια και τα πάρκα; Δεν είναι, βέβαια, κάποια υψηλή γεννητικότητα των Δανών και υπογεννητικότητα των Ελλήνων, αλλά το γεγονός ότι στις ελληνικές πόλεις δεν αναγνωρίζεται πρακτικά το δικαίωμα του γονιού να βγει με το παιδικό καροτσάκι στο δημόσιο χώρο, να κινηθεί με ασφάλεια στο πεζοδρόμιο. Τα παιδιά δεν έχουν πια χώρο να παίξουν και οι γονείς διαμαρτύρονται γιατί μένουν πολλές ώρες κολλημένα στην τηλεόραση ή στον υπολογιστή.

Η αντίληψη περί ιδιωτικοποίησης κάθε χώρου βρίσκει την απόλυτη έκφρασή της όχι μόνο όταν μεγάλες ή μικρότερες κατασκευαστικές εταιρίες οικοπεδοποιούν ή προσπαθούν να οικοπεδοποιήσουν κάθε ελεύθερη επιφάνεια, αλλά και με τη γενικευμένη κατάληψη του δημόσιου χώρου από το περίπτερο, το μαγαζί της γειτονιάς, το υπερκατάστημα ή το καφενείο που "αυτοδίκαια" θεωρεί δική του ιδιοκτησία τον περιβάλλοντα χώρο και το πεζοδρόμιο. Ο πολίτης συμμετέχει και γίνεται συνένοχος με την εγκατάλειψη του άχρηστου ΙΧ στο δρόμο, με το "άνετο" παρκάρισμα του αυτοκινήτου του πάνω στο πεζοδρόμιο, ακόμα κι αν με αυτόν τον τρόπο παρεμποδίζει την κίνηση ενός πεζού ή ενός ατόμου με ειδικές ανάγκες. Είναι ο ίδιος πολίτης που συχνά δεν ανέχεται να καταληφθεί έστω και για ένα λεπτό ο αυτοκινητόδρόμος ή να σταματήσει η κυκλοφορία των αυτοκινήτων για να περάσει απέναντι ένας ηλικιωμένος ή ένας γονιός με το παιδικό καροτσάκι.

Σταδιακά, διαμορφώνονται οι συνθήκες εκείνες που επιτρέπουν την ανέγερση μεγάλων πολύ-συγκροτημάτων που προσελκύουν σε ελεγχόμενους και τεχνητούς χώρους χιλιάδες πολίτες, στην αγωνιώδη προσπάθειά τους να ζήσουν τη "σκηνοθετημένη ζωή της πόλης, αφού δεν μπορούν να ζήσουν μια αξιόλογη καθημερινότητα σε δημόσιο χώρο", σε μια πλατεία, σε ένα πεζόδρομο, στις γειτονιές της πόλης. Από την άλλη, αφού δεν μπορούν πια οι πολίτες να βγουν στη γειτονιά, να καθίσουν σε ένα δημόσιο χώρο και να κουβεντιάσουν, αποδέχονται (παθητικά) την τηλεοπτική δημοσιοποίηση όλης της κακομοιριάς του ιδιωτικού βίου ταλαίπωρων ανθρώπων, έστω κι αν αυτό γίνεται, συχνά, έναντι 2-3.000 Ευρώ.

Για ένα μεγάλο ποσοστό της κοινωνίας, θεωρείται φυσιολογικό να ιδιωτικοποιείται ο δημόσιος χώρος, το πάρκο (στάθμευση), η παραλία (τουριστική ανάπτυξη), το δάσος (αστική επέκταση) και εντελώς "απαράδεκτο" να τίθενται περιορισμοί στην οικοπεδοποίηση μιας αναδασωτέας περιοχής, ενός ρέματος, μιας φυσικής περιοχής. Εκ των υστέρων, βέβαια, μιλάμε για την οργή της φύσης, αντί να μιλάμε για την απουσία πρόβλεψης.

Μια σύγχρονη πολιτική χωροταξίας, πολεοδομίας, χρήσεων γης πρέπει να εστιάζει σε άξονες και συνδυασμένες δραστηριότητες που αποσκοπούν κυρίως στην αποκατάσταση του ανοσοποιητικού συστήματος της πόλης, για να (ξανα)γίνει βιώσιμη η πόλη μέσα από:
- την επιστροφή της φύσης μέσα στις πόλεις, σε βάρος της ανεξέλεγκτης επέκτασης των πόλεων σε εναπομείναντα φυσικά οικοσυστήματα,
- τη βελτίωση του αστικού μικροκλίματος αλλά και του μικροκλίματος μέσα στα κτίρια (θερμική άνεση), ώστε να βελτιωθούν οι συνθήκες διαμονής και εργασίας και να μειωθεί η ανάγκη για κλιματιστικά συστήματα ,
- την (επανα)δημιουργία πνευμόνων πρασίνου και διόδων για το νερό και τον άνεμο, ώστε να ανασαίνει η πόλη και να μην πνίγονται οι πόλεις,
- τη δημιουργία μέσα στην πόλη διεξόδων για τα παιδιά αλλά και για όλους τους πολίτες σε κοντινές αποστάσεις, περιορίζοντας έτσι την πίεση για δεύτερη και τρίτη κατοικία,
- την αισθητική αλλά και λειτουργική αναβάθμιση των κατοικιών, ώστε να βελτιωθεί η ατμόσφαιρα των εσωτερικών χώρων και να μειωθεί η ρύπανση του αέρα στο εσωτερικό των κτιρίων, να μεγιστοποιηθεί η ενεργειακή αποτελεσματικότητα και περιοριστεί η ενεργειακή κατανάλωση, να μειωθεί η σπατάλη νερού και γενικότερα φυσικών πόρων, να προωθηθεί η ανακύκλωση και επαναχρησιμοποίηση αποβλήτων τόσο στην καθημερινότητα όσο και από την κατασκευή ή κατεδάφιση οικοδομών.

Μέχρι σήμερα η "ενοποίηση" των λειτουργιών της πόλης βασίζεται, κυρίως, στα δίκτυα των αυτοκινητοδρόμων και των οικοδομικών τετραγώνων. Η βιωσιμότητα, όμως, των πόλεων πρέπει να στηριχθεί σε άλλους παράγοντες ενοποίησης των λειτουργιών της πόλης, σε δίκτυα που εξυπηρετούν πρωταρχικές και καθοριστικότερες ανάγκες: επικοινωνία, κοινωνική αλληλεγγύη περπάτημα, ελευθερία κίνησης για όλους, αναψυχή, παιχνίδι, επαφή με τη φύση, χαλάρωση, συνεύρεση.

Η ανάγκη προώθησης πρακτικών και ρεαλιστικών λύσεων βιωσιμότητας στην πόλη και επαν-οικειοποίησης του χώρου, θα μπορούσε να εξυπηρετηθεί άμεσα με ένα σύνολο πρακτικών και "εύκολων" παρεμβάσεων μέσα στον ιστό της πόλης, χωρίς να υποτιμάται η ανάγκη μεσοπρόθεσμων και ολοκληρωμένων πολιτικών αποκέντρωσης και ισορροπημένης περιφερειακής ανάπτυξης, δεσμευτικών κανόνων χωροταξίας και πολεοδομικών παρεμβάσεων (που έχουν προταθεί από πιο ειδικούς, και στο πλαίσιο αυτού του συλλογικού έργου). Μεσοπρόθεσμα, είναι αναγκαία η υιοθέτηση κινήτρων που θα οδηγήσουν στη μείωση του πληθυσμού των μεγαλουπόλεων και στη δημιουργία περιφερειακών κέντρων που θα έχουν τη δική τους ταυτότητα, κι όχι κακά αντίγραφα της Αττικής.

Ο καθαρισμός, η προστασία και η αναβάθμιση των ρεμάτων που έχουν απομείνει μέσα στην πόλη καθώς και η αποκατάσταση των δρόμων του νερού -όσων τουλάχιστον μπορούν να αποκαλυφθούν και αποκατασταθούν - θα αποτελούσαν τη βάση για μια σχεδιασμένη ανακατανομή των χρήσεων γης μέσα στις πόλεις προς όφελος νέων ιεραρχήσεων αναγκών. Οι δρόμοι του νερού μπορούν να ενταχθούν σε κοινά λειτουργικά δίκτυα σε συνδυασμό με πεζόδρομους, αρχαιολογικούς χώρους και πάρκα για την αναβάθμιση των λειτουργιών της πόλης.

Βασικό εργαλείο βελτίωσης της βιωσιμότητας στην πόλη είναι η επανάκτηση ιδιωτικών χώρων για την κάλυψη δημόσιων αναγκών, όπως το παιχνίδι των παιδιών, η αναψυχή, η επανασύνδεση με τη φύση. Τόσο σε επίπεδο Δήμων όσο και κεντρικά θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένα Ταμείο Εισφορών Γης ή Χρημάτων για τη Δημιουργία και Διαχείριση Αξιοσημείωτων Πνευμόνων Πρασίνου, Χώρων Αναψυχής και Χαλάρωσης, σε αποστάσεις όχι μεγαλύτερες από 1000 μέτρα από τις κατοικίες σε κάθε σημείο της πόλης. Οι οικονομικοί πόροι για μια τέτοια μεγάλης έκτασης παρέμβαση μπορούν να προέρχονται από τον Φόρο Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας και το Τέλος Ακίνητης Περιουσίας, καθώς κι από τη δέσμευση σημαντικού ποσοστού από τη φορολόγηση της μεταβίβασης ακινήτων και το ΦΠΑ για τις νέες οικοδομές. Αρκεί βέβαια η κεντρική και τοπική διοίκηση να αποφασίσουν ότι τα έσοδα αυτά πρέπει να χρησιμοποιούνται κυρίως για τη βελτίωση της ζωής στις πόλεις. Μπορούν, επίσης, να δημιουργηθούν νέα, κατάλληλα εργαλεία και κίνητρα για ανταλλαγή γης, έτσι ώστε να (ξανα)δημιουργηθεί ένα απόθεμα δημόσιας γης ελεύθερης από κτίρια μέσα στις πόλεις και κυρίως μέσα σε πυκνοδομημένες περιοχές.

Οι μακροπρόθεσμοι στόχοι και οι ολοκληρωμένες πολιτικές πρέπει να συνδυάζονται με άμεσες και σημειακές παρεμβάσεις, να στηρίζονται και να ευνοούν ένα κύμα συνεχών, καλά σχεδιασμένων αστικών αναπλάσεων και διάχυτων, πρακτικών λύσεων που βελτιώνουν τη ζωή μέσα στις πόλεις:
- Η δημιουργία νέου "ελεύθερου χώρου" και χώρων αναψυχής μπορεί να αξιοποιήσει ήδη υπάρχουσα εμπειρία σε ευρωπαϊκό επίπεδο αστικών παρεμβάσεων μεγάλης ή μικρότερης κλίμακας. Για παράδειγμα, δήμοι στην Ισπανία έχουν αγοράσει και κατεδαφίσει υποθηκευμένα ξενοδοχεία και άλλα κτίρια για να δημιουργήσουν ελεύθερους χώρους και να ανοίξουν την πρόσβαση σε θαλάσσια μέτωπα. Οι ανταλλαγές οικοπέδων και η παραχώρηση κατοικιών σε άλλες περιοχές μπορεί να είναι σημαντικά εργαλεία ανακατανομής του χώρου προς όφελος δημόσιων χρήσεων, δημιουργίας χώρων πρασίνου και κάλυψης των αναγκών επικοινωνίας των κατοίκων, εντασσόμενα σε σωστά σχεδιασμένες πολιτικές ενοποίησης περιοχών και δημιουργίας δικτύων πεζοδρόμων. Πολλά οφέλη μπορεί, επίσης, να προκύψουν από την ενθάρρυνση με κίνητρα κι αντικίνητρα του γκρεμίσματος των τοίχων (των τειχών) και της ένωσης γειτονικών "ακάλυπτων" χώρων, ώστε να δημιουργούνται, όπως γίνεται εξάλλου σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, σημαντικές χωρικές ενότητες για δραστηριότητες των παιδιών, συνεύρεση των γειτόνων, επαφή με τη φύση, φιλοξενία "λειτουργιών" που ικανοποιούσε ο δρόμος και το πεζοδρόμιο, μερικές δεκαετίες πριν, στις αθηναϊκές και όχι μόνο γειτονιές,
- Η υποστήριξη πολιτικών για "πράσινες ταράτσες" στα κτίρια, μπορεί να έχει θεαματικά αποτελέσματα και να μετατρέψει - με δεδομένο το κλίμα της Ελλάδας - τις στέγες, από αποθήκες κεραιών που είναι σήμερα, σε "μικρά οικοσυστήματα", που θα φιλοξενούν φυτά και πράσινο που τόσο λείπουν από την πόλη. Μια τέτοια πολιτική θα συμβάλλει ταυτόχρονα στη μείωση των απωλειών ενέργειας (από την οροφή) με κατάλληλη μόνωση και θα προσφέρει άλλη μια "ζώνη" αναψυχής και συνάντησης των πολιτών που κατοικούν, αποξενωμένοι στο ίδιο συγκρότημα-πολυκατοικία. Η αυτοδιοίκηση θα μπορούσε να συμβάλλει ενεργά στην προώθηση παρόμοιων πολιτικών, τόσο με δράσεις ενημέρωσης όσο και με τη διαμόρφωση κατάλληλων εργαλείων χρηματοδότησης και τεχνικής υποστήριξης.

(β) Αποκατάσταση του κυκλοφορικού και αναπνευστικού συστήματος
Από την κυκλοφοριακή ασφυξία στην ανακατανομή και σεβασμό των δικαιωμάτων όλων στην μετακίνηση και στο δικαίωμα για καθαρό αέρα

Στην κυρίαρχη αντίληψη σχεδιασμού της πόλης θεωρείται μέγιστη ανάγκη και προτεραιότητα η διάνοιξη οδικών αξόνων και η εξεύρεση λύσεων για τη διευκόλυνση της κίνησης και του παρκαρίσματος του Ι.Χ. με αποτέλεσμα, για παράδειγμα, στη Γερμανία οι δρόμοι να καταλαμβάνουν το 91% της υποδομής μεταφορών σε γη, ενώ ο σιδηρόδρομος μόλις το 8%. Τις τελευταίες δεκαετίες έχουν μειωθεί οι μετακινήσεις επιβατών με τρένο σε όλες τις χώρες μέλη του Ο.Ο.Σ.Α, εκτός από τις ΗΠΑ. Μόνο το 6% των μετακινήσεων επιβατών γίνεται σήμερα με τρένο. Τα τελευταία 30 χρόνια έχουν αυξηθεί πάρα πολύ οι μετακινήσεις με αεροπλάνο, ακόμα και για αποστάσεις μικρότερες από 500 χιλιόμετρα, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η πίεση για κατασκευή νέων ή επέκταση υπαρχόντων αεροδρομίων αλλά και να αυξάνεται η συμβολή των αερομεταφορών στη ρύπανση της ατμόσφαιρας αλλά και στο "φαινόμενο του θερμοκηπίου" (κλιματική αλλαγή).Υπάρχουν, βέβαια, κι αντίθετες τάσεις, η υποχρέωση για παράδειγμα των φορτηγών να διασχίζουν μια χώρα πάνω σε …σιδηρόδρομο (Ελβετία, Αυστρία) ή η αύξηση του ποσοστού των πολιτών που κινούνται με δημόσια μέσα μεταφοράς. Για παράδειγμα στο Ελσίνκι μόνο το 30% των μετακινήσεων γίνεται πλέον με Ι.Χ., σε σχέση με το 70% στις αρχές της δεκαετίας του '90.

Είναι γεγονός ότι στην Ελλάδα ζούμε ακόμα με το "όνειρο" της απόκτησης Ι.Χ. Στον πλανήτη υπάρχει, ακόμα, μεγάλο χάσμα σε σχέση με το "όνειρο" της απόκτησης ενός Ι.Χ, αν και το χάσμα αυτό μειώνεται ραγδαία. Το 1970 διέθεταν Ι.Χ. αυτοκίνητο ένας στους δύο πολίτες των ΗΠΑ, ένας στους 5 Ευρωπαίους, ένας στους 12 Νοτιο-Αφρικανούς, ένας στους 36 Ανατολικο-Ευρωπαίους, ένας στους 902 Ινδούς κι ένας στους 27.000 Κινέζους. Το 1990 αντίστοιχα διέθετε ΙΧ αυτοκίνητο ένας στους 1,7 πολίτες των ΗΠΑ, ένας στους 2,7 Ευρωπαίους, ένας στους 12 Νοτιο-Αφρικανούς, ένας στους 8,9 Ανατολικο-Ευρωπαίους, ένας στους 367 Ινδούς και ένας στους 679 Κινέζους. Χωρίς να έχει καλυφθεί εντελώς το χάσμα, ήδη κυκλοφορούν υπερβολικά πολλά Ι.Χ. στις πόλεις. Το 2015 αναμένεται να κυκλοφορούν ακόμα περισσότερα: 1,5-2 δισεκατομμύρια Ι.Χ.

Η γενίκευση της αυτοκίνησης και η απόκτηση αυτού του "δικαιώματος" από όλους στερεί τα όποια πλεονεκτήματα είχαν σε προγενέστερες εποχές οι λίγοι κάτοχοι Ι.Χ., ενώ δημιουργεί συνθήκες ασφυξίας στις πόλεις αλλά και σημαντικά κόστη στην καθημερινή επιβίωση των πολιτών. Συχνά οι εργαζόμενοι αγωνίζονται για μια αύξηση του εισοδήματος τους της τάξης των 200-500 Ευρώ το χρόνο. Κι όμως, στην Αθήνα, το οικονομικό κόστος μόνο για τη μετακίνηση των πολιτών, όπως έχει υπολογιστεί, είναι: με ΙΧ, 400- 1000 Ευρώ το χρόνο ανάλογα με το όχημα, με Μαζικά Μέσα Μεταφοράς, στην περίπτωση χρήσης κάρτας απεριόριστων διαδρομών για όλα τα μέσα, 420 Ευρώ το χρόνο, ενώ με ποδήλατο η απόσβεση του κόστους αγοράς γίνεται σε ένα εξάμηνο. Αν όμως συνυπολογίσουμε το κόστος αγοράς, συντήρησης, επιδιόρθωσης, ασφάλισης κλπ του Ι.Χ. η μετακίνηση με το μέσο αυτό κοστίζει τουλάχιστον 3.000 Ευρώ το χρόνο, χωρίς να υπολογίζονται τα εξωτερικά κόστη αλλά και οι επενδύσεις που γίνονται με ευρωπαϊκούς ή εθνικούς πόρους για την επέκταση ή συντήρηση των υποδομών.

Η ατομική οικονομική δαπάνη είναι σε κάθε περίπτωση ευθύνη και επιλογή του κάθε ανθρώπου. Όμως, πόσο έχει προβληματίσει το γεγονός ότι ένα ιδιαίτερα μεγάλο ποσοστό του δημόσιου προϋπολογισμού και των ευρωπαϊκών πόρων κατευθύνεται σε έργα που σχετίζονται με το Ι.Χ. για την εξυπηρέτηση μέρους της κοινωνίας, αφαιρώντας πόρους από το σύνολο, πόρους που θα μπορούσαν να διατεθούν για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής και μετακίνησης με αξιόπιστα δημόσια μέσα μεταφοράς;

Η επιλογή του τρόπου μετακίνησης κάθε πολίτη, έχει επιπτώσεις στο σύνολο, αφού ένα Ι.Χ. καταλαμβάνει στο δρόμο δημόσιο χώρο όσο 16 πεζοί και 6 τουλάχιστον ποδηλάτες. Στις μεγαλουπόλεις το ένα τέταρτο σχεδόν της επιφάνειάς τους καταλαμβάνεται από δρόμους και χώρους στάθμευσης για το Ι.Χ. Αν όλοι οι κάτοικοι της Αττικής είχαν ΙΧ θα χρειάζονταν περίπου 80.000.000 τετραγωνικών μέτρων για τη στάθμευση τους.

Σύμφωνα με στοιχεία μελετών που έχουν δημοσιευθεί, για τη μετακίνηση 15.000 επιβατών ανά ώρα απαιτούνται:
- στην περίπτωση ΙΧ με ένα άτομο, δρόμοι με 17 λωρίδες πλάτους 3,5 μέτρων και περίπου 300 στρέμματα γης για την στάθμευσή τους,
- στην περίπτωση υπόγειου ΜΕΤΡΟ, 2 γραμμές των 7,5 μέτρων και περίπου 2-4 στρέμματα για δημιουργία σταθμών,
- στην περίπτωση ΤΡΑΜ και σιδηρόδρομου, 2 γραμμές των 7-8 μέτρων.

Είναι τουλάχιστον περίεργο το ότι ορισμένοι Δήμοι, νομαρχίες και πολίτες ξεσηκώνονται ενάντια στη δημιουργία γραμμών ΤΡΑΜ ή ρυθμίσεων που διευκολύνουν καθοριστικά την μετακίνηση στην πόλη και αποκαθιστούν με δίκαιο τρόπο τα δικαιώματα όλων στην μετακίνηση με λογικό κόστος και σε λογικό χρόνο, αλλά αδρανούν αν όχι ευνοούν τη συνεχή διάνοιξη δρόμων που στην ουσία επιβαρύνουν ασφυκτικά τη ζωή στην πόλη, στερούν δικαιώματα στη μετακίνηση αλλά και τα υπόλοιπα δικαιώματα από μεγάλες κοινωνικές ομάδες (παιδιά, ηλικιωμένοι, ΑΜΕΑ, άτομα χαμηλών εισοδημάτων, νέοι κα). Στη βάση ποιας λογικής ο Δήμος Αθηναίων δίνει "σκληρό" δικαστικό και επικοινωνιακό αγώνα ενάντια στα έργα εκσυγχρονισμού του σιδηροδρόμου γιατί "διχοτομεί την πόλη", ενώ παραμένει εντελώς αδιάφορος για τη διάλυση του αστικού ιστού και των γειτονιών, την στάθμευση των ΙΧ μέσα σε πάρκα (συνηθισμένο φαινόμενο πια) και την στέρηση του δικαιώματος στην ασφαλή μετακίνηση των πολιτών ακόμα και στα πεζοδρόμια; Οι αρχές και ορισμένοι πολίτες του Πειραιά αγανακτούν για τα σχέδια επέκτασης του ΤΡΑΜ στον Πειραιά αλλά όχι για την υπερβολική κυκλοφοριακή ασφυξία και τα έντονα κυκλοφοριακά προβλήματα στους κεντρικούς δρόμους του - όπου η μέση ωριαία ταχύτητα των οχημάτων δεν ξεπερνάει τα 4,2 χιλιόμετρα εξαιτίας της υπερβολικής χρήσης Ι.Χ.- ή για την κάλυψη του Κηφισού και τη μετατροπή του σε αυτοκινητόδρομο, για το "κομμάτιασμα" της περιοχής από τα νέα οδικά έργα.

Σήμερα, τα ¾ των κατοίκων των πόλεων ζουν σε περιοχές με σημαντική ατμοσφαιρική ρύπανση. Για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία γενιές ολόκληρες ζουν και μεγαλώνουν αναπνέοντας συνεχώς ρυπασμένο αέρα. Πάνω από 3 εκατομμύρια άτομα να πεθαίνουν κάθε χρόνο εξαιτίας της ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Η ατμόσφαιρα πολλών πόλεων στον βιομηχανικό κόσμο είναι ιδιαίτερα ρυπασμένη και μόνο στη Βρετανία υπολογίζεται ότι πάνω από 23.000 άτομα πεθαίνουν πιο σύντομα κάθε χρόνο εξαιτίας της ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Πάνω από 2,5 εκατομμύρια γυναίκες και παιδιά, κυρίως στον αναπτυσσόμενο κόσμο, πεθαίνουν κάθε χρόνο από αναπνευστικά προβλήματα που προκαλούνται από τη ρύπανση του αέρα των εσωτερικών χώρων.

Οι ελληνικές πόλεις είναι μεταξύ των πόλεων με τα υψηλότερα επίπεδα ρύπανσης στην Ευρώπη. Η τις υψηλότερες συγκεντρώσεις ρύπων, όπως τα μικροσωματίδια PM 10 ή PM 2,5. Ο αριθμός των υπερβάσεων των ευρωπαϊκών ορίων για τα μικροσωματίδια στην ατμόσφαιρα της Αττικής ήταν το 2001 περίπου 391%, το 2000 246%.

Μέτρα που έχουν ληφθεί ή αλλαγές που έχουν συντελεστεί τα τελευταία χρόνια έχουν επιφέρει μερικές σημειακές βελτιώσεις. Για παράδειγμα, η κατάργηση του μολύβδου στη βενζίνη είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των εκπομπών μολύβδου στην ατμόσφαιρα. Οι εκπομπές, όμως, άλλων ρύπων όπως των οξειδίων του αζώτου ή του βενζολίου έχουν αυξηθεί, λόγω της αύξησης των κυκλοφορούντων οχημάτων. Το ίδιο συμβαίνει και με τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από τα οχήματα, που αναμένεται να αυξηθούν κατά περίπου 45% από το 1995 ως το 2020, στα κράτη μέλη του ΟΟΣΑ. Παρά το γεγονός ότι η ποιότητα των καυσίμων έχει βελτιωθεί και είναι λιγότερο ρυπογόνα, οι απαιτήσεις για μεγαλύτερα, γρηγορότερα και πιο άνετα αυτοκίνητα έχουν γενικά αυξηθεί, ενώ έχει αυξηθεί ο αριθμός των μετακινήσεων με ΙΧ κι έχει μειωθεί ο αριθμός επιβατών ανά αυτοκίνητο. Έτσι τα οφέλη από τη βελτίωση της ποιότητας των καυσίμων δεν έχουν γίνει ιδιαίτερα ορατά.

Περνώντας στην τέταρτη γενιά ρύπων στις ελληνικές πόλεις, διαπιστώνουμε ότι οι εκπομπές οξειδίων του αζώτου και όζοντος έχουν αυξηθεί σημαντικά, εξαιτίας κυρίως της κίνησης των οχημάτων, ενώ παράλληλα επικίνδυνοι για την υγεία ρύποι, όπως το βενζόλιο ή τα αιωρούμενα μικρο-σωματίδια έχουν εισβάλει πολύ άγρια στην ατμόσφαιρα των πόλεων αλλά και στα πνευμόνια μας. Παράλληλα, η ρύπανση (π.χ. υψηλές συγκεντρώσεις όζοντος) επεκτείνεται πια και σε "προνομιακές" περιοχές, όπως για παράδειγμα το Μαρούσι ή οι Θρακομακεδόνες.

Σύμφωνα με έρευνα (2001) σε 2000 παιδιά, ηλικίας 10 ετών, που πραγματοποίησε το Κέντρο Παίδων Πεντέλης και η Αναπνευστική μονάδα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, το ποσοστό ενεργού άσθματος στα παιδιά που διαμένουν στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη είναι αντίστοιχα 9,7 και 11,7%, φτάνοντας σε διπλάσια και τριπλάσια ποσοστά σε σχέση με τα στοιχεία του 1988. Την τελευταία εικοσαετία έχουν τετραπλασιαστεί οι εισαγωγές παιδιών στο νοσοκομείο λόγω αναπνευστικών προβλημάτων, επεισοδίων άσθματος. Η ατμοσφαιρική ρύπανση και η κακή ποιότητα του αέρα στο εσωτερικό των κτιρίων, αν δεν προκαλούν, τουλάχιστον διευκολύνουν την εμφάνιση επεισοδίων παιδικού άσθματος. Πολλές επιστημονικές έρευνες συνδέουν πάντως το παιδικό άσθμα σε σημαντικό βαθμό με ατμοσφαιρικούς ρύπους, όπως για παράδειγμα το όζον, που διαπιστώνεται σε υψηλές συγκεντρώσεις σε ελληνικές πόλεις.

Είναι γνωστό ότι τα παιδιά που κατοικούν σε κατοικίες ή φοιτούν σε σχολεία που είναι κοντά σε οδικούς άξονες με μεγάλη κίνηση εκτίθενται σε υψηλές συγκεντρώσεις ρύπων, όπως τα μικρο- σωματίδια PM 10 ή PM 2,5 (τα τελευταία χρόνια) ή ο μόλυβδος (παλιότερα). Αυτό διαπιστώθηκε και από έρευνα του Εργαστηρίου Γενικής Χημείας της Σχολής Χημικών Μηχανικών του Ε.Μ.Π. σε σχολείο της Αθήνας στο Παγκράτι, στη διαδρομή σχολικών λεωφορείων στην Κηφισίας, στις οδικές αρτηρίες κοντά στο Ολυμπιακό στάδιο αλλά και στην Αλεξάνδρας, την Αριστοτέλους και την Μεσογείων. Τα μικρο-σωματίδια ευθύνονται για προβλήματα στην υγεία (μεταξύ άλλων και καρκινογένεση), αφού συγκεντρώνονται στους πνεύμονες των παιδιών (αλλά και των μεγαλυτέρων), συχνά μεταφέροντας και άλλες επικίνδυνες και τοξικές ουσίες (βαρέα μέταλλα, κα).

Διάφορες έρευνες δείχνουν ότι ένας πολίτης που μετακινείται με ΙΧ προκαλεί τοξική ρύπανση που είναι σχεδόν 19 φορές περισσότερη σε σχέση με αυτήν που προκαλεί ένας πολίτης που χρησιμοποιεί Μαζικά Μέσα Μεταφοράς και ιδιαίτερα ΤΡΑΜ και σιδηρόδρομο για τη μετακίνησή του (1,9 ισοδύναμο τοξικότητας ρύπανσης CO σε κιλά ανά επιβάτη ανά χιλιόμετρο για μετακινούμενο ανά ΙΧ, σε σχέση με 0,1 kg/pkm σε ισοδ. CO που προκαλεί ο επιβάτης που μετακινείται με ΜΜΜ, ιδιαίτερα τρένο και ΤΡΑΜ).

Σύμφωνα με έρευνα του Δικτύου Πληροφόρησης για την Ατμοσφαιρική Ρύπανση και την Υγεία (APHEIS), η δραστική μείωση των ρύπων στο Λεκανοπέδιο θα μπορούσε να αποτρέψει τον πρόωρο θάνατο τουλάχιστον 486 έως 648 ατόμων το χρόνο. Η βελτίωση των συνθηκών ζωής αυξάνει και το χρόνο και την ποιότητα ζωής των ανθρώπων αλλά μπορεί να έχει σημαντικά θετικά αποτελέσματα και στη μείωση των δαπανών των ασφαλιστικών συστημάτων.

Σε μια πρόσφατη μελέτη του Αστεροσκοπείου Αθηνών (Δ. Λάλλας, Σεβ. Μοιρασγένης, Ελ. Γεωργοπούλου) το κόστος της ρύπανσης εκτιμάται σε 211.000.000 Ευρώ το χρόνο, με το 67% του κόστους να αφορά στη δημόσια υγεία (44% τη θνησιμότητα, 23% τις ασθένειες) και 31% στις επιπτώσεις στο παγκόσμιο κλίμα (εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα).

Με δεδομένα αυτά, μια πολιτική για τη μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης θα έπρεπε να έχει ως στόχους κατ' αρχή αλλαγές στο μοντέλο μετακινήσεων καθώς και στα καύσιμα που χρησιμοποιούνται στα κάθε είδους καύσιμα. Εξαγγέλλεται κατά καιρούς αλλά παραμένει ακόμα ζητούμε η προώθηση μιας ολοκληρωμένης πολιτικής μεταφορών, ώστε να ευνοηθούν δραστικά τα Δημόσια Μέσα Μεταφοράς και κυρίως τα ελαφρά μέσα σταθερής τροχιάς, όπως το ΤΡΑΜ, λεωφορεία που θα χρησιμοποιούν βιοκαύσιμα (αιθανόλη κα), υβριδικά αλλά και ηλεκτροκίνητα οχήματα. Άμεσος στόχος θα έπρεπε να είναι η μετακίνηση των πολιτών μέχρι το 2010 να εκτελείται κατά 70 με ΜΜΜ από το 30% που είναι σήμερα.

Παρόλο ότι η μετακίνηση με ποδήλατο έχει μηδενική ρύπανση, ελάχιστες ελληνικές πόλεις έχουν αναπτύξει δίκτυα ποδηλατοδρόμων ή έχουν λάβει μέτρα, ώστε να μετακινούνται με ασφάλεια οι ποδηλάτες. Μάλιστα χρειάστηκαν οι μαζικές κινητοποιήσεις των ίδιων των ποδηλατιστών για να επανέλθει η δυνατότητα να μεταφέρονται με τον ηλεκτρικό τα ποδήλατα, κάτι αυτονόητο σε πολλές ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις. Παρόλο ότι στα εκλογικά προγράμματα του συνδυασμού για την Αθήνα που τις τελευταίες δύο τετραετίες πλειοψήφησε περιλαμβάνονταν η δημιουργία ποδηλατόδρομων, δεν χαράχτηκε ούτε ένα μέτρο λωρίδας ή δρόμου για ποδήλατα.

(γ) Διαχείριση των εισροών - εκροών πρώτων υλών, ενέργειας και νερού στις πόλεις – Το πεπτικό σύστημα της πόλης

Πολλοί άνθρωποι θεωρούν απαραίτητη την υψηλή κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών για να περνάνε καλά, ενώ ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού, που είναι οι πιο φτωχοί, χρειάζεται να αποκτήσουν στοιχειώδη αγαθά και υπηρεσίες για να επιβιώσουν. Νέες προσεγγίσεις θεωρούν ότι όπως και στα οικοσυστήματα, η κατανάλωση πρώτων υλών, ενέργειας, υπηρεσιών και προϊόντων πρέπει να στηρίζεται, κυρίως, σε ποιοτικά χαρακτηριστικά και στη μεγιστοποίηση της αποδοτικότητας αξιοποίησης τους, παρεμβαίνοντας και περιορίζοντας την αναποτελεσματικότητα και την σπατάλη. Σε ένα ζωντανό οργανισμό, υπάρχει μια βέλτιστη ποσότητα κατανάλωσης θρεπτικών στοιχείων που είναι απαραίτητη για την επιβίωσή του, λιγότερη ή περισσότερη κατανάλωση μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα υγείας. Η ποιότητα και η καλή διαχείριση (μεταβολισμός) των τροφών που καταναλώνει ο οργανισμός καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό το αποτέλεσμα: διατήρηση σε καλή κατάσταση του οργανισμού ή δημιουργία προβλημάτων.

Αν η ανάπτυξη των κοινωνιών δεν αποσυνδεθεί σύντομα από την αύξηση της κατανάλωσης μη ανανεώσιμων πρώτων υλών και ενέργειας, θα είναι αδύνατο να πετύχουμε στους κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς στόχους που είναι απαραίτητοι για την διατήρηση της ζωής στον πλανήτη. Αν όλοι οι άνθρωποι στον πλανήτη (δηλαδή και τα υπόλοιπα ¾ του πληθυσμού) αποκτήσουν τις ίδιες απαιτήσεις, συνήθειες, δυνατότητες και μοντέλα κατανάλωσης δεν είναι δυνατό να αντέξει έστω και 5-6 δεκαετίες ακόμα ο πλανήτης και τα οικοσυστήματα. Είναι απίθανο να μπορέσουμε να ζήσουμε στον πλανήτη ακολουθώντας το ίδιο μοντέλο ανάπτυξης και κατανάλωσης, γιατί τότε θα χρειαζόμασταν τουλάχιστον 3 πλανήτες σαν τη Γη, αν όλοι οι άνθρωποι είχαν την κατανάλωση ενός μέσου Έλληνα, και πάνω από 10 πλανήτες σαν τη Γη, αν όλοι ζούσαν όπως οι Βορειο-αμερικάνοι.

Συχνά ακούμε για την περιβαλλοντική καταστροφή και τα παγκόσμια προβλήματα αλλά σπάνια εξειδικεύουμε και συνδέουμε τα παγκόσμια προβλήματα με τάσεις και συμπεριφορές δικές μας, συγκεκριμένες και κοντινές μας και όχι αφηρημένες και γενικές. Σίγουρα έχουμε κάποια στιγμή ακούσει και διαβάσει ότι:
• Μέχρι το 2025, αν δεν αλλάξει η κατάσταση, το 50% του ανθρώπινου πληθυσμού, περίπου 3,5 δισεκατομμύρια άνθρωποι θα βρίσκονται αντιμέτωποι με προβλήματα έλλειψης νερού, με την ανατροπή του παγκόσμιου κλίματος να παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με τη ρύπανση και την υπεράντληση των υδατικών αποθεμάτων.
• Πάνω από το 90% του νερού καταναλώνεται για την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών, αφήνοντας ελάχιστα αποθέματα για τις ανάγκες των οικοσυστημάτων.
• Παγκοσμίως, έχει χαθεί το 50% των υγροτόπων, ενώ το 20% των περίπου 10.000 γνωστών ειδών φυτών και ζώων απειλείται, κινδυνεύει με εξαφάνιση ή έχει ήδη εξαφανιστεί.
• Κάθε χρόνο χάνεται το 2,4% των παγκόσμιων δασών (περίπου 90.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα), αν και στην Αφρική το ποσοστό που χάνεται είναι 7%. Μόνο στο 2% των δασών ακολουθούνται πρακτικές βιώσιμης διαχείρισής τους, ώστε να προστατεύεται η άγρια ζωή, η βιοποικιλότητα και να διατηρούνται τα δάση μακροχρόνια. Το ένα τρίτο περίπου των υδατικών λεκανών έχει χάσει τα ¾ της δασοκάλυψης που είχε κάποτε, με επιπτώσεις στον εμπλουτισμό των υπόγειων νερών.

Στην Ελλάδα οι πολίτες ανησυχούν ιδιαίτερα για την καταστροφή του περιβάλλοντος αλλά δυσκολεύονται να συγκεκριμενοποιήσουν τις πιέσεις στο περιβάλλον. Για παράδειγμα, πόσο η αστικοποίηση και η διαμόρφωση των σύγχρονων καταναλωτικών αναγκών συμβάλλουν στην μεγέθυνση των προβλημάτων; Ποιο είναι το οικολογικό μας αποτύπωμα στην Αττική, στη Θεσσαλονίκη και στις άλλες μεγάλες πόλεις της χώρας; Πόσο διαφορετική είναι η ελληνική πολιτική για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από την πολιτική της διοίκησης Μπους την οποία και δίκαια επικρίνουμε; Πόσο συμβάλλουμε στην προστασία και βιώσιμη διαχείριση της παγκόσμιας βιοποικιλότητας, όταν η διαχείριση των περιοχών NATURA ή των υγροτόπων μας αντιμετωπίζεται ακόμα ως εμπόδιο για την (χωρίς όρια) ανάπτυξη της οικονομίας; Πόσο βιώσιμο είναι το μοντέλο ανάπτυξης που συνεχίζει να στηρίζεται στην οικοδομή, στην προσέλκυση μεγάλων εμπορικών και τουριστικών συγκροτημάτων, στην οικονομία των "ευκαιριών επένδυσης στην οικοδομή";

Εξετάζοντας τον δείκτη Άμεσης Κατανάλωσης Υλικών (Direct Material Consumption - DMC), διαπιστώνουμε (Source: Eurostat, Wuppertal Institute) ότι στην ΕΕ των 25 αναλογεί σε κάθε άτομο κατανάλωση 16-17 τόνων υλικών ανά άτομο το χρόνο, με μεγάλες όμως διακυμάνσεις μεταξύ των κρατών μελών, από 8,5 κιλά/άτομο (Λετονία) στα 39,3 κιλά/άτομο (Φιλανδία), ή σημαντική μείωση σε κάποιες χώρες (Τσεχία, Εσθονία κα) ή σημαντική αύξηση σε άλλες (Πορτογαλία, Ισπανία, Ελλάδα κα). Στην Ελλάδα η αύξηση αυτή φτάνει το 17% στη δεκαετία 1990-2000, ενώ αντίστοιχα η αύξηση του ΑΕΠ την ίδια περίοδο ήταν περίπου 14%. Αυτό σημαίνει ότι η κατανάλωση υλικών αυξάνεται με ακόμα πιο γρήγορο ρυθμό σε σχέση με το ΑΕΠ και η Ελλάδα αποτυγχάνει να συνδεθεί με μια σύγχρονη πολιτική που επιδιώκει να αποσυνδέσει την οικονομική δραστηριότητα και την ευημερία της κοινωνίας από την κατανάλωση φυσικών πόρων. Με άλλα λόγια η οικονομική δραστηριότητα για να είναι βιώσιμη πρέπει να συνδέεται όχι με ανάλογη ή μεγαλύτερη αύξηση της κατανάλωσης πρώτων υλών και ενέργειας αλλά αντίθετα με τη μείωση της κατανάλωσης πόρων και ενέργειας, αποδεικνύοντας ότι μπορεί να είναι πιο "καθαρή", πιο αποδοτική και φιλικότερη στο περιβάλλον ("αποϋλοποίηση" της ανάπτυξης). Σε διακηρυκτικό, τουλάχιστον, επίπεδο αυτή είναι και η νέα ευρωπαϊκή πολιτική για την επίτευξη της βιωσιμότητας στη γηραιά ήπειρο.

Πράγματι, σε ορισμένες χώρες αν και το αναλογικό κόστος των προϊόντων αυξάνεται ραγδαία (Ευρώ ανά κιλό υλικών), η τελική κατανάλωση υλικών παραμένει σχετικά σταθερή λόγω μάλλον αλλαγών στην παραγωγική διαδικασία. Η βιομηχανία παράγει με ποιο αποτελεσματικό και "καθαρό" τρόπο τα προϊόντα, μειώνοντας την κατανάλωση πρώτων υλών και την παραγωγή αποβλήτων. Πάντως, στις περισσότερες χώρες η όποια βελτίωση στο παραγωγικό επίπεδο, εξουδετερώνεται από τη μεγάλη αύξηση της κατανάλωσης.

Περίπου 32 τόνοι/ άτομο υλικών που αντιστοιχούν σε κάθε ευρωπαίο κατά μέσον όρο σχετίζονται με την παραγωγή και κατανάλωση, με 15 τόνους / άτομο να αντιπροσωπεύουν "κρυφά απόβλητα", δηλαδή απόβλητα που παραμένουν στα ορυχεία. Από τους υπόλοιπους 17 τόνους ανά άτομο, οι 13,5 τόνοι / άτομο αντιπροσωπεύουν υλικά που έχουν εξαχθεί επί τόπου και 3,5 τόνοι/ άτομο αγαθά που έχουν εισαχθεί Από τους 17 τόνους / άτομο, περίπου 8 τόνοι / άτομο έχουν χαθεί με τη μορφή εκπομπών από τη βιομηχανία κυρίως, ενώ περίπου 1,2 τόνοι / άτομο είναι βιομηχανικά απόβλητα που κατευθύνονται σε συστήματα διαχείρισης αποβλήτων. Οι υπόλοιποι 8 περίπου τόνοι / άτομο είναι αγαθά: κτίρια, μηχανήματα, επίπλωση, αυτοκίνητα, συσκευές. Μια ποσότητα 1 τόνου/ άτομο είναι απόβλητα (0,8 τ/α απόβλητα κατεδάφισης, 0,2 τ/α οικιακές συσκευές κα). Ένας τόνος / άτομο είναι καταναλωτικά αγαθά, τρόφιμα, χαρτί, υλικά συσκευασίας που μετατρέπονται σύντομα σε άμεσα απόβλητα (περίπου 0,5 τόνοι/άτομο). Από την ποσότητα αυτή των αποβλήτων, περίπου 1 τόνος / άτομο οδηγείται σε χώρους ταφής, 1 τόνος / άτομο ανακυκλώνεται και 1 τόνος/άτομο καίγεται σε εγκαταστάσεις καύσης και καταλήγει στην ατμόσφαιρα.

Αν συγκρίνουμε αυτό το σύστημα "βιομηχανικού μεταβολισμού" των πρώτων υλών που καταναλώνουμε για να παράγουμε καταναλωτικά προϊόντα με την κατανάλωση πρώτων υλών και ενέργειας και το μεταβολισμό που συμβαίνει σε έναν οργανισμό για να καλυφθούν οι διάφορες λειτουργίες του, εύκολα οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη έμφαση στη βελτίωση της αποδοτικότητας κατανάλωσης πρώτων υλών για την παραγωγή μιας μονάδας προϊόντος, καθώς και στην ελαχιστοποίηση των παραγόμενων παραπροϊόντων / αποβλήτων. Η Ανάλυση του Κύκλου Ζωής των προϊόντων που χρησιμοποιούμε καθημερινά είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για να κατανοούμε τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που προκαλούμε, ενώ ένα σύνολο εργαλείων σε εθελοντική ή υποχρεωτική βάση (Οικολογικά Ισοζύγια, Συστήματα Περιβαλλοντικής Διαχείρισης και Ελέγχου, Οικολογική Σήμανση κα) είναι διαθέσιμα σήμερα στη βιομηχανία και τις υπηρεσίες, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, για να προωθήσουν μια Ολοκληρωμένη Πολιτική Προϊόντος (Integrated Product Policy) με στόχο να μειωθούν οι περιβαλλοντικές πιέσεις και να βελτιωθούν οι δείκτες βιωσιμότητας των σύγχρονων κοινωνιών. Τόσο οι δημόσιοι φορείς όσο και οι πολίτες μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο στο "πρασίνισμα" της αγοράς, προωθώντας κριτικές μορφές κατανάλωσης βασισμένες σε περιβαλλοντικά και κοινωνικά κριτήρια, υιοθετώντας σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο "πράσινα" κριτήρια ατομικών και δημόσιων προμηθειών αγαθών και υπηρεσιών.

(i) Κρύβοντας τα απόβλητα κάτω από το χαλί ή πόλεις χωρίς απόβλητα;

Για κάθε 500 κιλά αποβλήτων που παράγουμε, καταναλώνονται σήμερα 50.000 κιλά πόρων. Tόσα κιλά αντιστοιχούν σε κάθε ευρωπαίο σήμερα με βάση την τρέχουσα παραγωγή αποβλήτων. Από αυτή την ποσότητα ένα πολύ μικρό ποσοστό φθάνει στα χέρια μας με τη μορφή προϊόντων. Τα "κρυμμένα σκουπίδια", που δημιουργούνται κατά την παραγωγή των προϊόντων αυξάνουν εντυπωσιακά το πραγματικό τους βάρος. Έτσι αν στο βάρος κάποιων προϊόντων καθημερινής χρήσης προσθέσουμε το βάρος των "κρυμμένων αποβλήτων" θα διαπιστώναμε ότι:
- ένας υπολογιστής ζυγίζει περίπου 1500 κιλά
- μια οδοντόβουρτσα ζυγίζει περίπου 1,5 κιλό
- μια καφετιέρα ζυγίζει περίπου 298 κιλά
- ένα κινητό τηλέφωνο ζυγίζει περίπου 75 κιλά
- ένα ρολόι ζυγίζει περίπου 20 κιλά
- ένα ασημένιο δαχτυλίδι ζυγίζει περίπου 50 κιλά
- ένα χρυσό δαχτυλίδι ζυγίζει περίπου 2000 κιλά

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, παρά τις προσπάθειες ορισμένων χωρών οι ποσότητες στερεών αποβλήτων που συλλέγονται στην Ευρώπη από τους δήμους και τις κοινότητες συνεχίζουν να αυξάνονται, υποδηλώνοντας μια σταθερή ανοδική τάση προς την λάθος κατεύθυνση. Στην Ε.Ε. τα οικιακά απόβλητα υπολογίζεται ότι θα αυξηθούν κατά 22% από το 1995 μέχρι το 2010, με αυξήσεις στα απορρίμματα του χαρτιού και του χαρτονιού μεταξύ 44% - 62%, και του γυαλιού μεταξύ 24%-53% (ΟΟΣΑ, 2001).

Ο συνολικός όγκος των αποβλήτων ανά κάτοικο αυξήθηκε 9,5% στην Ολλανδία μεταξύ 1993 και 1998. Η παραγωγή ανά κάτοικο εμφανίζεται να έχει μειωθεί 8,6% (από 508 κιλά/κεφαλή το 1990 σε 435 κιλά/κεφαλή το 1997) στην Γερμανία την περίοδο 1990-1997 (Lorek et al., 2001), παρόλο που είναι δύσκολο να υπολογιστούν τα ανά κάτοικο επίπεδα επειδή οι στατιστικές σχετικές με τα απόβλητα άλλαξαν το 1994. Άλλα δεδομένα δείχνουν μία σχετικά με άλλες χώρες μικρότερη αύξηση από 429 κιλά/ανά κάτοικο το 1996 στα 435 κιλά ανά κάτοικο το 1999 (Ομοσπονδιακό Γραφείο Στατιστικής, Γερμανία 2000). Μολονότι, είναι δύσκολη η σύγκριση των δεδομένων από διάφορες χώρες μέλη του ΟΟΣΑ, ο μέσος όρος παραγωγής ανά κάτοικο εμφανίζεται να έχει αυξηθεί κατά 29% μεταξύ 1980 και 2000, και προβλέπεται να αυξηθεί κατά 30% μέχρι το 2020, στα 640 κιλά ανά κάτοικο (ΟΟΣΑ, 2001; Stutz et al.,2001). Η σύνθεση των αστικών αποβλήτων έχει αλλάξει σημαντικά μέσα στις 3 τελευταίες δεκαετίες. Τα κύρια συστατικά συνεχίζουν να είναι οργανικά υπολείμματα από την κουζίνα και τον κήπο (περίπου 38-40%) και χαρτί και χαρτόνι (20-23%). Ακολουθούν το πλαστικό (8-16%), τα μέταλλα (4%) και σε μικρότερες ποσότητες, υφάσματα και ογκώδη απορρίμματα (ΟΟΣΑ, 1999c).

Μόλις 7 από 29 χώρες της Ευρώπης κατάφεραν να μειώσουν τη μέση παραγωγή στερεών απορριμμάτων ανά κάτοικο από το 1995 έως το 2003. Οι υπόλοιπες 22 έχουν να παρουσιάσουν θεαματικά ποσοστά αύξησης, με πρώτη τη Μάλτα με 74,5%, δεύτερη την Ιρλανδία με 56,9% και τρίτη την Ελλάδα με 47,2%. (Πηγή: ΕΕΑ, The European environment - State and outlook 2005 - State of Environment report No 1/2005). Αξίζει να σημειωθεί ότι μόνο 3 χώρες φαίνεται να είναι κάτω από το όριο των 300 kg/κάτοικο (Πολωνία, Λιθουανία, Τσεχία). Η χώρα μας είναι στην 23η θέση. Βέβαια τα στοιχεία αυτά της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Περιβάλλοντος έχουν το πρόβλημα ότι σε πολλές περιπτώσεις οι χώρες ακολουθούν διαφορετικά συστήματα υπολογισμού και εκτίμησης των ποσοτήτων στερεών δημοτικών αποβλήτων.

Στη χώρα μας το 1970 παρήγαμε 2.000.000 τόνους απορριμμάτων, το 1995 φτάσαμε τους 3,2 εκ. τόνους και το 2003 ξεπεράσαμε τους 4,71 εκ. τόνους, ενώ το 2005 εκτιμάται ότι ξεπεράσαμε τους 5 εκατ. τόνους. Αυτή η ποσότητα αντιστοιχεί τουλάχιστον σε 441 κιλά απορριμμάτων ανά κάτοικο το χρόνο, δηλαδή 141 κιλά παραπάνω από το όριο (300 κιλά) που είχει θέσει ως στόχο η Ε.Ε. στο 5ο Πρόγραμμα Δράσης για το Περιβάλλον.

Αν και στον περιορισμό της παραγωγής αποβλήτων δεν υπάρχουν σημαντικά αποτελέσματα, στις περισσότερες χώρες έχουν ληφθεί ουσιαστικά μέτρα για να βελτιωθούν τα συστήματα διαχείρισης των στερεών αποβλήτων που παράγονται. Στην Ελλάδα, όμως, η ανεξέλεγκτη ή η ημιελεγχόμενη διάθεσή τους παραμένει ένα σοβαρό πρόβλημα, με πάνω από 2000 χώρους ανεξέλεγκτης διάθεσης των αποβλήτων να λειτουργούν ακόμα, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη ρύπανση του περιβάλλοντος και την αύξηση των κινδύνων για την υγεία.

Με πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (6/10/2005), η Ελλάδα καταδικάστηκε για παραβίαση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας επειδή συνεχίζει ακόμα και σήμερα να διαχειρίζεται με ανεξέλεγκτο τρόπο τα στερεά απόβλητα, και παρά την παλιότερη καταδίκη της για μία από τις περιπτώσεις, αυτή του Κουρουπητού Χανίων, οπότε και πλήρωσε πρόστιμο συνολικού ύψους 4.500.000 περίπου Ευρώ.

Απέναντι στην ανεξέλεγκτη διαχείριση των αποβλήτων, η λύση δεν είναι μια σωστή, δηλαδή υγειονομική ταφή, των αποβλήτων, αλλά μια ολοκληρωμένη πολιτική που κατά ιεραρχική σειρά επιδιώκει πρώτα τον περιορισμό της παραγωγής αποβλήτων (πρόληψη, μείωση), στη συνέχεια την επαναχρησιμοποίηση (αύξηση χρόνου ζωής), την ανακύκλωση (συμπεριλαμβανομένης και της κομποστοποίησης) και τελικά την διάθεση των υπολειμμάτων με ασφαλή για το περιβάλλον και την υγεία τρόπο. Η ταφή των αποβλήτων είναι, δηλαδή, η τελευταία λύση και μόνο για τα υπολείμματα, αυτά δηλαδή τα απόβλητα που μένουν μετά την προσπάθεια επαναχρησιμοποίησης, ανακύκλωσης και γενικότερα αξιοποίησης. Σε γενικές γραμμές η ευρωπαϊκή και οι εθνικές πολιτικές έχουν συμφωνήσει στην ιεράρχηση της διαχείρισης. Παρότι, η υγειονομική ταφή είναι ακόμα η πιο διαδεδομένη μέθοδος τελικής διάθεσης, η συμμετοχή των νοικοκυριών σε προγράμματα ανακύκλωσης είναι πολύ υψηλή σε μερικές χώρες.

Αν και υπάρχουν σημαντικά αποτελέσματα σε κάποιες χώρες, τεράστιες προσπάθειες πρέπει να γίνουν ακόμα για να μειωθούν η ποσότητα και η επικινδυνότητα των στερεών αποβλήτων στην πηγή. Είναι μάλλον κοινοτοπία να επισημάνει κάποιος ότι τα απορρίμματα είναι λάθος υλικά σε λάθος τόπο, αντιπροσωπεύουν την αναποτελεσματική χρήση πρώτων υλών και ενέργειας και αποτελούν πηγή ρύπανσης όταν δεν γίνεται σωστή διαχείρισή τους. Βελτιώνοντας το σχεδιασμό, οργανώνοντας καλύτερα τα συστήματά μας και τροποποιώντας τη συμπεριφοράς μας, τα απόβλητα μπορούν να επανενταχθούν σε παραγωγικούς κύκλους, συμβάλλοντας στην προώθηση μιας "κυκλικής οικονομίας' που περιορίζει τις εισροές (δηλαδή τη σπατάλη) πρώτων υλών και ενέργειας και τις εκροές (δηλαδή ρύπανση και απόβλητα κάθε είδους).

Αν και σε ορισμένες πόλεις μιλάνε ήδη για τον "τελικό" στόχο, τις πόλεις δηλαδή χωρίς απόβλητα, δεν μπορεί να πει κανείς ότι υπάρχει σήμερα κάποια χώρα που έλυσε οριστικά το πρόβλημα των αποβλήτων. Όμως, χωρίς αμφιβολία τεράστιες ποσότητες αποβλήτων (συχνά το 80-96% διαφόρων υλικών όπως το χαρτί ή το γυαλί) βρίσκουν πλέον το δρόμο τους προς την επαναχρησιμοποίηση, την ανακύκλωση και την αξιοποίηση, ξεφεύγοντας από την ταφή και την καύση. Τεράστια εξοικονόμηση πρώτων υλών και ενέργειας επιτυγχάνεται με τη συνειδητή συμμετοχή των πολιτών που είναι όλο και πιο απαιτητικοί.

Η Γερμανία πέτυχε υψηλά επίπεδα ανακύκλωσης αλλά και να ελαττώσει τη συνολική ποσότητα της συσκευασίας από το 1991 μέχρι το 1996. Από το 1996, όμως, ο ρυθμός της μείωσης των απορριμμάτων έχει επιβραδυνθεί, ενώ οι ποσότητες αποβλήτων από χαρτί, οργανικά και μέταλλα συνεχίζουν να αυξάνονται. Αναμένεται ότι τα απορρίμματα συσκευασίας θα εξακολουθήσουν να αυξάνονται, αν συνεχισθούν οι ίδιες τάσεις και δεν καταβληθούν προσπάθειες αλλαγής της πολιτικής μέσω της έμφασης στην πρόληψη και αποφυγή παραγωγής αποβλήτων (υπό διαμόρφωση "Ευρωπαϊκή Θεματική Στρατηγική για την Πρόληψη και Ανακύκλωση Αποβλήτων", αναθεώρηση της "Οδηγίας Πλαίσιο για τα απόβλητα").

Αν και τα ποσοστά ανακύκλωσης έχουν αυξηθεί σημαντικά, η επιτυχία είναι σχετική γιατί ταυτόχρονα έχει αυξηθεί και η κατανάλωση αγαθών και η παραγωγή αποβλήτων. Για παράδειγμα, τα ποσοστά ανακύκλωσης στην ΕΕ για το χαρτί και το χαρτόνι θα χρειαστούν να αυξηθούν κατά 100% μέχρι το 2010 – μία αύξηση κατά 2 εκατομμύρια τόνους τον χρόνο – εάν η ποσότητα των άχρηστων χαρτιών και χαρτονιών παραμείνει σταθερή (Fischer, 1999). Το ίδιο ισχύει και για το γυαλί: για να σταθεροποιηθούν οι ποσότητες που καταλήγουν σε χώρους ταφής στα επίπεδα του 1996 (6,2 εκατ τόνοι), η ανακύκλωση του γυαλιού θα πρέπει να φθάσει τα 10 με 14 εκατομμύρια τόνους (Fischer 1999). Η υιοθέτηση συγκεκριμένων ποσοτικών στόχων μείωσης των αποβλήτων, κυρίως μέσω της πρόληψης, του καλύτερου σχεδιασμού και της αποφυγής παραγωγής αποβλήτων, π.χ. μέσω της βελτιστοποίησης της συσκευασίας ώστε να αποφεύγεται η υπερβολική κατανάλωση πρώτων υλών, έχει ιδιαίτερη σημασία σήμερα, αφού διαπιστώνεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο ότι σε γενικές γραμμές δεν έχει ανακοπεί η αύξηση της ποσότητας των αποβλήτων. Η μεγιστοποίηση της επαναχρησιμοποίησης και της ανακύκλωσης πρέπει να ακολουθεί της πρόληψης, ώστε να επανεντάσσονται στην παραγωγή όσο το δυνατόν μεγαλύτερες ποσότητες πρώτων υλών και να εξοικονομείται ενέργεια.

Μια μεγαλούπολη σαν την Αττική είναι σημαντικός παραγωγός αποβλήτων: στερεών από τα σπίτια και τις βιομηχανικές κι εμπορικές δραστηριότητες, υγρών (λύματα), βιομηχανικών και επικίνδυνων αποβλήτων. Η αναποτελεσματική μέχρι σήμερα διαχείρισή τους τόσο στην Αττική όσο και σε άλλες πόλεις δημιουργεί εκρηκτική κατάσταση. Η κύρια αιτία του αδιεξόδου είναι η αδυναμία υλοποίησης με συνέχεια και αποτελεσματικότητα μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής, αν και ήδη από τη δεκαετία του '70 σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχουν τεθεί πολιτικές και νομοθεσίες που ιεραρχούν τις μεθόδους διαχείρισης των αστικών στερεών, υγρών αλλά και βιομηχανικών αποβλήτων.

Η Αττική διαθέτει σήμερα τουλάχιστον δύο "βουνά", στην κυριολεξία, από σκουπίδια: ένα στην παλιά χωματερή του Σχιστού (η χαράδρα μετατράπηκε σε βουνό ύψους 150 μέτρων, όπου εκατομμύρια τόνοι σκουπιδιών θα παραμείνουν εκεί για δεκαετίες, αν όχι για αιώνες, διαρκής πηγή ρύπανσης για το αττικό περιβάλλον, παρά τα κάποια έργα αποκατάστασης) και ένα στον χώρο ταφής στα Α. Λιόσια που συνεχίζει να δέχεται καθημερινά πάνω από 5000 τόνους σκουπιδιών. Παραμένουν, όμως, και άλλοι 26 χώροι πλήρως ανεξέλεγκτης διάθεσης και καύσης από Δήμους των απορριμμάτων, που καλύπτουν ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού της Αττικής.

Τα τελευταία, μόλις, χρόνια ξεκίνησαν βιώσιμα προγράμματα διαλογής απορριμμάτων στην πηγή και ανακύκλωσης για τη συσκευασία καθώς και μία σειρά άλλων προϊόντων (μπαταρίες, ελαστικά, οχήματα μετά τέλος ζωής, ορυκτέλαια και συσκευασίες τους, συσσωρευτές οχημάτων, ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά είδη κα). Το αδιέξοδο στην τελική διάθεσή των σκουπιδιών της Αττικής δεν είναι απλώς ορατό αλλά μια πραγματικότητα που είναι απίθανο να έχει βιώσει άλλη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα.

Σε σχέση με τα βιομηχανικά απόβλητα, μια μικρή ποσότητα εξάγεται στο εξωτερικό για επεξεργασία αλλά η μεγαλύτερη ποσότητα είτε αποθηκεύεται "προσωρινά" στις εγκαταστάσεις των βιομηχανιών είτε διατίθεται ανεξέλεγκτα στο περιβάλλον. Το 90% των επικίνδυνων αποβλήτων, μεταξύ αυτών και μικρών ποσοτήτων επικίνδυνα ή και τοξικά απόβλητα που βρίσκονται μέσα στα οικιακά μας απόβλητα- υπόκειται σε ακατάλληλη διαχείριση.

Αν και καθυστερημένα, η Ελλάδα απέκτησε το διάστημα 2001-2004 ένα σύγχρονο νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο προετοιμάστηκε. όχι μόνο από το καθ’ ύλην αρμόδιο ΥΠΕΧΩΔΕ αλλά και με τη συνεργασία εκπροσώπων παραγωγικών φορέων (κλαδικές βιομηχανίες), της αυτοδιοίκησης και των μη-κυβερνητικών οργανώσεων (η Οικολογική Εταιρεία Ανακύκλωσης συνέβαλε, π.χ. σημαντικά με συγκεκριμένες προτάσεις, παρατηρήσεις, ιδέες). Αλλά και στην εφαρμογή του νέου νομοθετικού πλαισίου εφαρμόζεται η συμμετοχική διαδικασία. Οι πολιτικές, προτεραιότητες και πρακτικές στη διαχείριση αποβλήτων αλλάζουν τώρα και στην Ελλάδα ως αποτέλεσμα του νέου νομικού πλαισίου που υιοθετήθηκε. Για πρώτη φορά η νομοθεσία θέτει συγκεκριμένους ποσοτικούς στόχους που πρέπει να επιτευχθούν σε συγκεκριμένο χρόνο.

Η συζήτηση (δημόσια, άμεση αλλά και μέσω των ΜΜΕ) και οι θέσεις που εκφράζονται για την ολοκληρωμένη διαχείριση των αποβλήτων πρέπει να αφορούν στο πως θα μειώσουμε δραστικά την ποσότητα των αποβλήτων που θα πάνε για ταφή, πως θα επανεντάξουμε σε μια κυκλική οικονομία (με επαναχρησιμοποίηση κι ανακύκλωση) τα υλικά που σήμερα καταλήγουν στα άχρηστα, πως θα αλλάξει το μοντέλο παραγωγής και κατανάλωσης για να γίνει πιο βιώσιμο και τέλος στο που θα πάνε τα υπολείμματα με ασφαλή τρόπο. Η συζήτηση δεν μπορεί να είναι του στυλ «όχι σε μας τα απόβλητα, να πάνε αλλού» γιατί δεν υπάρχει «κάπου αλλού».

Δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις που θα εξαφανίσουν χωρίς πρόβλημα τα απόβλητα μας. Όσο καθυστερεί η ανάπτυξη ολοκληρωμένων πολιτικών, τόσο η συζήτηση τείνει να (από)προσανατολίζεται σε θαυματουργές "λύσεις", όπως για παράδειγμα γίνεται τώρα τελευταία με την προβολή από κάποιους της άποψης ότι τα εργοστάσια καύσης μπορούν να …εξαφανίσουν τα σκουπίδια μας. Υποτιμάται, όμως, το ότι τα σκουπίδια όταν καίγονται αφήνουν μεγάλες ποσότητες επικίνδυνων και τοξικών υπολειμμάτων, που μετά πρέπει να αντιμετωπιστούν ως τοξικά απόβλητα, το ότι πρέπει να εφαρμοστούν πολύ ακριβά συστήματα περιορισμού των επικίνδυνων αερίων που εκλύονται (διοξίνες, βαρέα μέταλλα κα). Στη συζήτηση τείνει, επίσης, να αγνοείται το οικονομικό κόστος και οι τεχνολογικές απαιτήσεις κατασκευής και λειτουργίας παρόμοιων εγκαταστάσεων. Ακόμα και αν επιλύονταν όλα αυτά τα προβλήματα, είναι απίθανο να βρεθούν περιοχές που θα δεχτούν να εγκατασταθεί κοντά τους μια παρόμοια μονάδα.

Είναι γεγονός, όμως, ότι η δυσπιστία των πολιτών μεγαλώνει από την απουσία έγκαιρης διαβούλευσης αλλά και άστοχες και αντιφατικές πολιτικές. Είναι απαραίτητο, οι χώροι ταφής των υπολειμμάτων (ΧΥΤΥ) να επιλέγονται μέσα από αξιόπιστες διαδικασίες συγκριτικής αξιολόγησης αλλά και να υπάρχουν χρονοδιαγράμματα και ολοκληρωμένες πολιτικές που να πείθουν ότι οι ΧΥΤΥ θα δέχονται πολύ μικρότερες ποσότητες και θα λειτουργούν όντως κάτω από εντελώς διαφορετικές συνθήκες και όρους σε σύγκριση με από ανεξέλεγκτους χώρους (χωματερές) ή έστω τους περισσότερους από τους οργανωμένους χώρους (ΧΥΤΑ) που λειτουργούν σήμερα στη χώρα μας και αποτελούν παράδειγμα προς αποφυγή.

Μια στρατηγική διαχείρισης των στερεών αποβλήτων σε επίπεδο πόλης πρέπει να στοχεύει άμεσα:
- Στην επίτευξη υψηλών επιπέδων επαναχρησιμοποίησης και ανακύκλωσης μιας σειράς προϊόντων που σήμερα καταλήγουν στα απόβλητα (χάρτινες, μεταλλικές, γυάλινες και πλαστικές συσκευασίες, μπαταρίες, ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές, συσσωρευτές οχημάτων, ελαστικά, οχήματα μετά τέλος ζωής τους, ορυκτέλαια και συσκευασίες τους, μπάζα, παλιά έπιπλα, χρησιμοποιημένος ρουχισμός κα).
- Στην μεγιστοποίηση της αξιοποίησης των υπολειμμάτων τροφίμων και καλλιεργειών από τα απόβλητά μας με οικιακή ή δημοτική κομποστοποίηση (επεξεργασία τους σε αερόβιες συνθήκες για παραγωγή κομπόστ, ενός είδους εδαφο-βελτιωτικού που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε πάρκα, κήπους και γλάστρες).
- Στην δίκαιη κοστολόγηση και φορολόγηση των αποβλήτων που οδηγούνται σε ταφή, ώστε να ελαχιστοποιηθεί η ποσότητα τους, δηλαδή, με άλλα λόγια, να γίνουν πολύ ακριβές διαδικασίες όσες είναι στο κατώτερο στάδιο μιας ολοκληρωμένης πολιτικής διαχείρισης των αποβλήτων. Τα έσοδα από τα τέλη στο χώρο διάθεσής (ΧΥΤΥ) θα πρέπει να καλύπτουν πλήρως το κόστος κατασκευής, λειτουργίας, παρακολούθησης των επιπτώσεων στο περιβάλλον καθώς και αποκατάστασης των χώρων ταφής υπολειμμάτων. Αυτό πρέπει να συνειδητοποιηθεί από τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, μια και η ευρωπαϊκή πολιτική προβλέπει σύντομα τη διακοπή ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων και την ανάληψη αυτών των υποχρεώσεων από τους ίδιους του φορείς διαχείρισης τέτοιων εγκαταστάσεων- του κόστους δηλαδή σχεδιασμού, κατασκευής, λειτουργίας, παρακολούθησης και μετέπειτα φροντίδας (για τα επόμενα 30-70 χρόνια μετά το κλείσιμο ενός ΧΥΤΑ ή ΧΥΤΥ)
- Στην υιοθέτηση διαφορετικού συστήματος χρέωσης - επιμερισμού των τελών καθαριότητας βασισμένου στην αρχή «πληρώνω ανάλογα με τα απόβλητα που παράγω», ώστε να υπάρχουν για το δημότη αλλά και για το Δήμο ή τις επιχειρήσεις ισχυρά οικονομικά εργαλεία για τη μείωση των αποβλήτων που δεν αξιοποιούνται. Ο δημότης πρέπει να πληρώνει με βάση την ποσότητα και τη σύσταση των αποβλήτων που πετάει και δεν αξιοποιεί, ένα σύστημα που εφαρμόζεται σε πάρα πολλές περιοχές με απλά ή πιο σύνθετα συστήματα. Σήμερα ο έλληνας πολίτης πληρώνει τέλη καθαριότητας με βάση τα τετραγωνικά μέτρα της κατοικίας ή της επιχείρησης του, την αντικειμενική αξία της περιοχής ή το είδος της δραστηριότητας, παράμετροι εντελώς άσχετοι με την παραγωγή των αποβλήτων. Εφαρμόζοντας ένα ανάλογο σύστημα, οι Δήμοι πρέπει να καταβάλουν στον διαχειριστή ενός χώρου ταφής υπολειμμάτων αποβλήτων ένα δίκαιο αντίτιμο, όχι με βάση το πληθυσμιακό κριτήριο, όπως ισχύει σήμερα, αλλά ανάλογα με την ποσότητα και τα χαρακτηριστικά των αποβλήτων που μεταφέρουν τα απορριμματοφόρα του δήμου για ταφή. Έχει διαπιστωθεί ότι με την ανάπτυξη των αναγκαίων υποδομών διαλογής στην πηγή κι ανακύκλωσης, η υιοθέτηση ενός παρόμοιου συστήματος χρέωσης των αποβλήτων μπορεί να βελτιώσει πολύ τον τομέα της πρόληψης αλλά και της επαναχρησιμοποίησης και ανακύκλωσης.

Τα Συστήματα Εναλλακτικής Διαχείρισης των αποβλήτων, που έχουν δημιουργηθεί στη βάση της "ευθύνης του παραγωγού" για ολόκληρο τον κύκλο ζωής ενός προϊόντος, έχουν πλέον την ευθύνη να προωθήσουν σε συνεργασία με την αυτοδιοίκηση, τους παραγωγούς – διακινητές προϊόντων αλλά και τους πολίτες μια ολοκληρωμένη πολιτική που πρέπει ήδη από το 2006 να επιτυγχάνει συγκεκριμένους ποσοτικούς και ποσοτικούς στόχους, αξιοποιώντας κατάλληλα τους οικονομικούς πόρους που συγκεντρώνονται, υλοποιώντας και προσαρμόζοντας τα εγκεκριμένα σχέδια για πανελλαδική επέκταση της εναλλακτικής διαχείρισης των αποβλήτων (μείωση, πρόληψη, επαναχρησιμοποίηση, ανακύκλωση κι αξιοποίηση). Για να επιτευχθούν όλα αυτά πρέπει να δίνεται μεγάλη έμφαση – το προβλέπει άλλωστε η νομοθεσία - στην ενημέρωση κι ευαισθητοποίηση των πολιτών, στη συμμετοχή των πολιτών στη διαλογή των διαφόρων κατηγοριών αποβλήτων και στην οικολογική αποτελεσματικότητα. Η εμπειρία δείχνει ότι προγράμματα που αγνοούν τη συμμετοχή του πολίτη στη μεγαλύτερη δυνατή διαλογή υλικών και στηρίζονται σε τεχνολογικές λύσεις για να διαχωρίσουν υλικά, είναι πολύ δαπανηρά ή/και έχουν φτωχά αποτελέσματα ως προς την ποιότητα των ανακυκλώσιμων υλικών που δίνουν.

Η ολοκληρωμένη διαχείριση των αποβλήτων μπορεί να συμβάλει στην αναβάθμιση της ποιότητας ζωής μέσα στην πόλη, στη μείωση της σπατάλης πρώτων υλών που σε μεγάλο ποσοστό είναι εισαγόμενες στην Ελλάδα καθώς και στον εξορθολογισμό των δαπανών για τα απόβλητα, αφενός μεταφέροντας πόρους από τη συλλογή, μεταφορά και ταφή προς την διαλογή κι αξιοποίηση των υλικών, κι αφετέρου συμβάλλοντας, μεσοπρόθεσμα, στη μείωση του ρυθμού αύξησης των δημοτικών τελών για την καθαριότητα.

Μια ολοκληρωμένη διαχείριση των αποβλήτων στη βάση της ευρωπαϊκής ιεράρχησης των διαδικασιών διαχείρισης και η εφαρμογή της πρόσφατης νομοθεσίας για την εναλλακτική διαχείριση των αποβλήτων μπορεί να συμβάλει στην περιβαλλοντική και παραγωγική αναβάθμιση ρυπογόνων σήμερα δραστηριοτήτων και να δημιουργήσει χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας. Σύμφωνα με την Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη Θεματική Στρατηγική Πρόληψης και ανακύκλωσης των Αποβλήτων "δημιουργούνται 250 θέσεις εργασίας ανά 10.000 τόνους αποβλήτων που ανακυκλώνονται, 20-40 αν η ίδια ποσότητα αποτεφρωθεί και 10 αν καταλήξει σε ταφή". Σύμφωνα με το ευρωπαϊκό δίκτυο κοινωνικών επιχειρήσεων Rreuse οι δραστηριότητες επαναχρησιμοποίησης δημιουργούν ως και 500 θέσεις εργασίας ανά 10.000 τόνους αποβλήτων.

(ii) Κάλυψη των απεριόριστα αυξανόμενων ενεργειακών αναγκών ή μείωση της κατανάλωσης ενέργειας και αύξηση της παραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας;

Οι σημερινές μεγαλουπόλεις γίνονται τεράστιοι καταναλωτές φυσικών πόρων αλλά και ενέργειας –η παγκόσμια κατανάλωση όλων των μορφών ενέργειας αυξάνει, με τη μεγαλύτερη αύξηση να παρατηρείται στα ορυκτά καύσιμα - αφήνοντας έντονο το οικολογικό τους αποτύπωμα. Οι πολίτες στις βιομηχανικές χώρες συνεχίζουν κατά μέσο όρο να καταναλώνουν 10 φορές περισσότερη ενέργεια από ορυκτά καύσιμα (πετρέλαιο, λιγνίτη, κάρβουνα) σε σχέση με τους πολίτες των αναπτυσσόμενων χωρών, με αποτέλεσμα ένας μέσος πολίτης στη Β. Αμερική να ευθύνεται για την εκπομπή 5,5 τόνων «αερίων του θερμοκηπίου» το χρόνο, ένας πολίτης στην Ευρωπαϊκή Ένωση για 2,4 τόνους το χρόνο, στην Α. Ευρώπη για 2,1 τόνους, στη Λατινική Αμερική για 0,8 τόνους και στην Αφρική για 0,3 τόνους.

Τα αστικά κέντρα θα υποστούν, όμως, και τις συνέπειες των κλιματικών αλλαγών, αφού οι υποδομές τους στις περισσότερες περιπτώσεις δεν έχουν σχεδιαστεί ώστε να μπορούν να αντέξουν στην αύξηση της συχνότητας και της έντασης των ακραίων καιρικών φαινομένων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι 15-23.000 νεκροί στην Ευρώπη το 2003, κυρίως στα αστικά κέντρα της Γαλλίας, και οι πάνω από 2.000 νεκροί στην Αττική κι άλλες πόλεις το 1987, ως συνέπεια των ακραίων καιρικών συνθηκών (παρατεταμένος καύσωνας), οι 1.500-2000 τουλάχιστον νεκροί στη Ν. Λουϊζιάνα των ΗΠΑ, το 2005, εξαιτίας του τυφώνα "Κατρίνα". Οι παράκτιες πόλεις και οι υποδομές τους θα πληγούν σημαντικά ως συνέπεια της παρατηρούμενης αύξησης του ρυθμού ανόδου της στάθμης της θάλασσας εξαιτίας της αλλαγής του παγκόσμιου κλίματος.

Σε κάποιες περιπτώσεις έχουν αναληφθεί προσπάθειες μέσα από την επεξεργασία και εφαρμογή τοπικών σχεδίων βιώσιμης ανάπτυξης αλλά και την ενεργοποίηση των πολιτών με στόχο τη μείωση της σπατάλης φυσικών πόρων και ενέργειας ή την προώθηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών των αστικών κέντρων.

Για τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας μέσα στις πόλεις απαιτούνται πολιτικές που στοχεύουν αφενός στην μείωση της ενέργειας που σπαταλιέται στα κτίρια και αφετέρου αλλαγή στο μοντέλο μετακινήσεων. Σύμφωνα με στοιχεία ερευνών:
• Αν στο σημερινό κόστος των καυσίμων συνυπολογίζαμε και τα κόστη που προκαλεί στο περιβάλλον (εξωτερικά κόστη) η χρήση ΙΧ αυτοκινήτων που χρησιμοποιούν ως καύσιμο βενζίνη και άλλα προϊόντα του πετρελαίου, η τιμή των καυσίμων θα έπρεπε να είναι 1-2 Ευρώ ακριβότερη ανά λίτρο.
• Ένας πολίτης που μετακινείται με ΙΧ καταναλώνει 4πλάσια ποσότητα ενέργειας σε σχέση μ’ αυτή που του αντιστοιχεί αν μετακινείται με Μαζικά Μέσα Μεταφοράς. Το 40% της παγκόσμιας κατανάλωσης ενέργειας οφείλεται στις μεταφορές. Τα τελευταία 15 χρόνια η κατανάλωση ενέργειας στις μετακινήσεις μέσα στις πόλεις τετραπλασιάστηκε. Τα ΙΧ συμμετέχουν στη συνολική κατανάλωση ενέργειας από τις μεταφορές με 61%, τα λεωφορεία με 1%, το ΜΕΤΡΟ με 1% και άλλες χρήσεις /δημόσια οχήματα με 37%.

O σχεδιασμός και επανασχεδιασμός των κτιρίων, ώστε να μειωθεί η κατανάλωση ενέργειας και ταυτόχρονα να βελτιωθούν οι συνθήκες διαβίωσης στην Αττική και στις άλλες μεγάλες πόλεις θα πρέπει να είναι προτεραιότητα και να αποτελεί την κύρια οικονομική και περιβαλλοντική δραστηριότητα σε βάρος των νέων οικοδομών σε αδόμητους ακόμα χώρους. Παράλληλα, ο τομέας αυτός έχει σημαντικές δυνατότητες για δημιουργία μεγάλου αριθμού θέσεων εργασίας αλλά και ζωτικών αγορών για μικρές, μεσαίες αλλά και μεγάλες κατασκευαστικές εταιρίες. Παρόμοιες δράσεις θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν από προγράμματα, οικονομικά εργαλεία και φοροαπαλλαγές, ευρωπαϊκούς και εθνικούς πόρους καθώς και από την εξοικονόμηση πόρων που θα πρέπει να καταβληθούν από σήμερα αλλά και μελλοντικά για την αγορά "δικαιωμάτων ρύπανσης", μια και δεν επιτυγχάνουμε τους στόχους περιορισμού των αερίων που συμβάλλουν στην αλλαγή του κλίματος που έχουν τεθεί για την Ελλάδα με βάση το Πρωτόκολλο του Κιότο.

Παράλληλα, θα έπρεπε να αλλάξει το "ενεργειακό μείγμα" που καταναλώνεται (και) στις πόλεις, με την ένταξη στο σύστημα παραγωγής ενέργειας αιολικών πάρκων κοντά στις μεγάλες πόλεις και συστημάτων φωτοβολταϊκών σε κτίρια. Οι σταθμοί του ΗΣΑΠ, του ΤΡΑΜ, του ΚΤΕΛ και του ΟΣΕ καθώς και τα δημόσια κτίρια (σχολεία, υπηρεσίες, νοσοκομεία, υπουργεία και δημοτικά κτίρια) προσφέρονται για την τοποθέτηση φωτοβολταϊκών με δεδομένο ότι οι σκεπές τους είναι συνήθως ενιαίες επιφάνειες, ελεύθερες από κεραίες και θερμοσίφωνες.

Στο πλαίσιο μιας άλλης ιεράρχησης αναγκών και στοχευμένων πολιτικών, όπως μείωση των εισροών ενέργειας, εξοικονόμηση ενέργειας στα κτίρια, βελτιστοποίηση της παραγωγής και χρήσης "πράσινης ενέργειας" μέσα στις πόλεις, οι πολίτες θα μπορούσαν να μετατρέψουν τις ταράτσες των σπιτιών τους σε μονάδες παραγωγής ενέργειας, με τοποθέτηση φωτοβολταϊκών συστημάτων, όπως πολύ πετυχημένα γίνεται για εκατοντάδες χιλιάδες κτίρια στη Γερμανία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Με αυτόν το τρόπο τα κτίρια αντί να σπαταλούν ενέργεια που έρχεται από μακριά συνεισφέρουν ενέργεια στο ενεργειακό σύστημα. Ας αντιγράψουμε τα φυτά που δεσμεύουν ενέργεια από τον ήλιο για να προσφέρουν θρεπτικά συστατικά στο φυτό. Φωτοβολταϊκά συστήματα στις ταράτσες των κτιρίων θα μπορούσαν κάλιστα να παίξουν το ρόλο των χλωροπλαστών της πόλης! Η Ελλάδα θα μπορούσε να καλύψει το 1/3 των ενεργειακών της αναγκών από τον ήλιο, αν στις σκεπές των σπιτιών έμπαιναν φωτοβολταϊκά.

Σε επίπεδο κεντρικής πολιτικής, σωστή τιμολογιακή πολιτική για την αγορά ενέργειας που παράγεται από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, προγράμματα ενημέρωσης κι ευαισθητοποίησης καθώς και κίνητρα και αντικίνητρα (ενεργειακός φόρος, μείωση Φ.Π.Α.) θα μπορούσαν να δημιουργήσουν το γόνιμο έδαφος για την εποχή του ανέμου και του ήλιου.

Στο τοπικό επίπεδο, οι δήμοι μπορούν να συμβάλλουν στην προώθηση της εξοικονόμησης ενέργειας σε κτίρια αλλά και στην εφαρμογή συστημάτων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αφενός προωθώντας παρεμβάσεις στα δημοτικά κτίρια και αφετέρου δημιουργώντας ευνοϊκές συνθήκες για γενικότερες αλλαγές από τους δημότες και τις επιχειρήσεις της περιοχής τους.

Στο πλαίσιο μιας πολιτικής για άμεση εφαρμογή μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας από τις υπηρεσίες και λειτουργίες του Δήμου, μπορούν να προωθηθούν ολοκληρωμένα σχέδια που να περιλαμβάνουν:
- Έλεγχο κατ' αρχή όλων των δημοτικών κτιρίων, των σχολείων και των συστημάτων δημοτικού φωτισμού, ως προς την ενεργειακή αποτελεσματικότητά τους.
- Επεξεργασία, στη συνέχεια, ενός συνόλου στόχων, χρονοδιαγραμμάτων, μέτρων και εξασφάλιση οικονομικών πόρων για την εφαρμογής τους. Τα μέτρα μπορεί να κλιμακώνονται ξεκινώντας με την εφαρμογή απλών, χαμηλού κόστους δραστηριοτήτων (ευαισθητοποίηση, ενημέρωση, αλλαγή λαμπτήρων, κα), περνώντας σε δεύτερο επίπεδο σε πιο σύνθετα, μεγαλύτερου κόστους δράσεις (εκτεταμένες παρεμβάσεις σε κτίρια, μονώσεις, "πράσινες στέγες") που μπορούν να αποδώσουν σημαντικά στη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας. Οι οικονομικοί πόροι για την εφαρμογή των μέτρων εξοικονόμησης μπορούν να προέλθουν εν μέρει από την αναμενόμενη μείωση των ποσών που καταβάλει ο δήμος στη ΔΕΗ για το φωτισμό δημοσίων χώρων, την κατανάλωση ρεύματος στα δημοτικά κτίρια και τα σχολεία.

Σε συνδυασμό με πολιτικής εξοικονόμησης ενέργειας, ένας Δήμος μπορεί να προωθήσει και την εφαρμογή συστημάτων ανανεώσιμης ενέργειας (π.χ φωτοβολταϊκά, αιολικά κα) στην περιοχή του. Τα σχολεία και τα δημόσια κτίρια, οι στάσεις λεωφορείων είναι κατάλληλα σημεία για ανάπτυξη μερικών χιλιάδων "μονάδων παραγωγής ενέργειας" από ανανεώσιμες πηγές, και κυρίως φωτοβολταϊκά συστήματα, ενώ σε ορισμένους δήμους προσφέρεται η ευκαιρία δημιουργίας αιολικών πάρκων. Όλοι οι Δήμοι έχουν δυνατότητα προώθησης δημοτικών συνεταιρισμών (όπως για παράδειγμα στη Δανία) για την προώθηση ΑΠΕ, μεταξύ άλλων και ανεμογεννητριών μικρής κλίμακας (σχετικό μοντέλο προωθείται ήδη σε πιλοτικό επίπεδο).

Εκτός από τις δικές του υπηρεσίες και λειτουργίες, ο Δήμος μπορεί να συμβάλει στην εξοικονόμηση ενέργειας και στην προώθηση των ΑΠΕ από τους πολίτες και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις με:
(α) Υιοθέτηση κινήτρων (π.χ. μείωση των δημοτικών τελών) για όσους εφαρμόζουν ανάλογες πρακτικές.
(β) Εκπαίδευση κι ενημέρωση των πολιτών για πρακτικές εξοικονόμησης ενέργειας στην κατοικία, στην επιλογή νέων οικιακών συσκευών μειωμένης κατανάλωσης, αλλά και επιχειρήσεων, ιδιαίτερα μικρομεσαίων, για εφαρμογές και εργαλεία εξοικονόμησης ενέργειας ή ανανεώσιμων πηγών.
(γ) Ανάπτυξη κατάλληλων εργαλείων χρηματοδότησης (αξιοποίηση δημοτικών, εθνικών και ευρωπαϊκών προγραμμάτων, εγκαθίδρυση συνεργασίας με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για χαμηλότοκα δάνεια)
(δ) Προώθηση συνεργασιών είτε με ανέργους ειδικευμένους νέους για ίδρυση συνεταιρισμών ή κοινωνικών επιχειρήσεων είτε με ενδιαφερόμενες εταιρίες, και μη κυβερνητικές οργανώσεις, στη βάση ενός συμβολαίου συνεργασίας, για την ανάληψη του έργου της εξοικονόμησης ενέργειας στα κτίρια. Υπάρχει σημαντική ευρωπαϊκή εμπειρία (Ολλανδία, Γερμανία κα) σε αυτό το επίπεδο που μπορεί να αξιοποιηθεί. Η χρηματοδότηση αυτών των δράσεων μπορεί να στηριχθεί με ρυθμίσεις ανάλογες με αυτές που υιοθετήθηκαν πρόσφατα για την ανακαίνιση των προσόψεων κτιρίων στο Δήμο Αθηναίων και έχει ανακοινωθεί ότι θα συνεχιστούν και σε άλλους Δήμους. Στο πλαίσιο ενός ολοκληρωμένου σχεδιασμού, σε κεντρικό και τοπικό επίπεδο, πόροι για τη χρηματοδότηση μιας μεγάλης κλίμακας παρεμβάσεων, που θα συμβάλει και στην εφαρμογή της ευρωπαϊκής πολιτικής για την εξοικονόμηση ενέργειας, θα μπορούσαν να προκύψουν από τρεις πηγές χρηματοδότησης:
(ι) ευρωπαϊκοί πόροι από προγράμματα κατάρτισης και εκπαίδευσης για ανέργους (Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο) αλλά και προγράμματα από το Ε.Π. Ανταγωνιστικότητα για τις ΜΜΕ,
(ιι) χαμηλότοκα τραπεζικά δάνεια προς τους ιδιοκτήτες ακινήτων, που θα μπορούσαν να αποσβένονται με χρήματα που προέρχνται από τον περιορισμό της κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος και κατά συνέπεια την μείωσης των λογαριασμών της ΔΕΗ,
(ιιι) δημιουργία ενός ειδικού ταμείου εξοικονόμησης ενέργειας που θα ενθαρρύνει τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας μέσω της χρηματοδότησης κάθε κιλοβατώρας που εξοικονομείται (σε σχέση με προηγούμενες καταναλώσεις του ίδιου νοικοκυριού). Αντί να καταβάλλονται ετησίως 120-450.000.000 για αγορά δικαιωμάτων ρύπανσης για να "πιάσουμε" τους στόχους του Κιότο ή ως πρόστιμο γιατί δεν επιτυγχάνουμε στην πολιτική προστασίας του κλίματος, θα έπρεπε να μεταφέρονται πόροι προς προγράμματα εξοικονόμησης ενέργειας. Το σύστημα θα υποστηρίζει την "πώληση" από τα νοικοκυριά "δικαιωμάτων μη-κατανάλωσης ενέργειας" (δηλαδή την αποφυγή σπατάλης ενέργειας και την επίτευξη συμφωνημένων στόχων μείωσης της κατανάλωσης ενέργειας) προς τη ΔΕΗ και ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, με βάση αναφοράς το κόστος αγοράς δικαιωμάτων ρύπανσης στο "χρηματιστήριο διοξειδίου του άνθρακα" ή την τιμή αγοράς ενέργειας που παράγεται από αιολικά πάρκα ή φωτοβολταϊκά συστήματα ή μονάδες συμπαραγωγής ενέργειας. Σε μια εποχή που αναμένεται να διατεθούν 1 δισεκατομμύριο € για την αντικατάσταση μεγάλου αριθμού ρυπογόνων μονάδων της ΔΕΗ αλλά και να κατασκευαστούν νέες μονάδες παραγωγής ενέργειας που θα εισάγουν άμεσα στο σύστημα επιπλέον 1100 ΜW (με συνολική ισχύ 11.000 ΜW), ενώ μέχρι το 2015 πρέπει να προστίθενται κάθε χρόνο μια μονάδα για την κάλυψη της αυξημένης κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, θα ήταν απόλυτα συμφέρον περιβαλλοντικά και οικονομικά να επενδυθούν τα ποσά αυτά στην παραγωγή ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές αλλά και στην μη-κατανάλωση, τον περιορισμό δηλαδή της σπατάλης ενέργειας.
.
(iii) Όλο και πιο μακριά για το νερό ή εξοικονόμηση και διαχείριση του νερού μέσα στις πόλεις;

Στις μεγαλουπόλεις, αν και ρέει άφθονο από τις βρύσες, το νερό συνήθως έρχεται από εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, με σημαντικό κόστος για την οικονομία αλλά και το οικοσύστημα. Οι πολίτες, συνήθως, αγνοούν αυτή την πραγματικότητα. Ποτάμια, λίμνες και υπόγεια νερά δεσμεύονται συνήθως σε πολύ μεγάλες αποστάσεις, ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες των κατοίκων των πόλεων.

Η κυρίαρχη αντίληψη μέχρι σήμερα στα θέματα διαχείρισης του νερού είναι η προσπάθεια ανάπτυξης των υποδομών και των τεχνικών ώστε να ανταποκρίνονται σε μια συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση για νερό. Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο που η έμφαση δίνονταν μέχρι τώρα σε έργα τα οποία δεσμεύουν και μεταφέρουν νερό από μεγάλες αποστάσεις για να καλύψουν τις αυξανόμενες απαιτήσεις για νερό των πόλεων και όχι σε έργα διαχείρισης και περιορισμού της ζήτησης.

Ενώ οι δρόμοι του νερού μέσα στις πόλεις μπαζώθηκαν, οι αγωγοί μεταφοράς νερού από όλο και πιο μακρινές αποστάσεις επεκτείνονται. Τα δίκτυα μεταφοράς και διανομής του νερού είναι τεράστια και οι πολίτες δεν μπορούν να διανοηθούν την έκταση αυτών των δικτύων μια και το μεγαλύτερο κομμάτι τους δεν είναι ορατό. Το δίκτυο διανομής νερού της ΕΥΔΑΠ στην Αττική έχει μήκος 7.000 χιλιόμετρα, ενώ το νερό σήμερα μεταφέρεται στην Αττική από απόσταση πλέον των 200 χιλιομέτρων.

Παρ' όλα τα έργα (Μαραθώνας, Υλίκη, Μόρνος, Εύηνος) που μπορούν να φέρνουν στην Αττική 600.000.000 κυβικά μέτρα νερού το χρόνο, αυτά θα επαρκούν να καλύπτουν τις ανάγκες της Αττικής μέχρι το 2030, αν συνεχιστούν οι σημερινές τάσεις κατανάλωσης νερού και επέκτασης του δικτύου.

Αν και η κατανάλωση νερού από τα νοικοκυριά αποτελεί μικρό ποσοστό της συνολικής κατανάλωσης νερού (η γεωργία καταναλώνει το μεγαλύτερο ποσοστό), υπάρχουν μεγάλα περιθώρια μείωσης της σπατάλης νερού και μέσα στις πόλεις. Το 90% των ελληνικών νοικοκυριών έχουν σήμερα πρόσβαση σε δίκτυο ύδρευσης, έναντι 30% τη δεκαετία του '50. Η μεγαλύτερη αστική ζήτηση παρατηρείται στην Αττική, όπου οι απώλειες από διαρροές (δίκτυο, κατοικίες κα) αντιστοιχούν στο 10-40% του μεταφερόμενου νερού.

Η ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΝΕΡΟΥ ΣΤΗΝ ΑΤΤΙΚΗ ΣΕ ΚΥΒΙΚΑ ΜΕΤΡΑ (1990 – 2004)

1990 320.000.000
1991 340.000.000
1992 265.000.000
1993 250.000.000
1994 280.000.000
1995 310.000.000
1996 307.431.950
1997 319.427.130
1998 339.675.490
1999 357.003.054
2000 385.855.874
2001 400.558.220
2002 416.080.430
2003 399.220.304
2004 405.434.701

Στον πίνακα φαίνονται οι συνολικές καταναλώσεις νερού για τα έτη 1990-2004 (οι καταναλώσεις αναφέρονται σε μέτρηση στις εξόδους των διυλιστηρίων και όχι στην τιμολογημένη κατανάλωση, που σημαίνει ότι συμπεριλαμβάνονται και οι απώλειες / διαρροές του δικτύου διανομής του νερού). Η συνολική κατανάλωση νερού στην Αττική αυξάνεται σταθερά. Από τον πίνακα διαπιστώνεται εύκολα ότι η συνολική κατανάλωση το 2004 ήταν αυξημένη κατά 27% περίπου σε σχέση με το 1990, αλλά κατά 62% σε σχέση με το 1993, έτος κατά το οποίο επιτεύχθηκε σημαντική μείωση της κατανάλωσης. Η εξοικονόμηση νερού έφθασε, το 1993, το 26,5% της κατανάλωσης του 1991, ως αποτέλεσμα της καμπάνιας ευαισθητοποίησης και της πληροφόρησης που αναπτύχθηκε το 1992-1993, χρονιές που τα αποθέματα νερού μειώθηκαν ιδιαίτερα και η Αττική αντιμετώπισε το φάσμα της λειψυδρίας. Η κατανάλωση του νερού έφτασε ξανά στο επίπεδο του 1991 το 1997, τέσσερα χρόνια μετά τη διακοπή της εκστρατείας ενημέρωσης του κοινού για την αναγκαιότητα εξοικονόμησης νερού. Μετά το 1997 έχουμε μια συνεχή αύξηση της κατανάλωσης νερού της τάξης του 5-8% ετησίως.
Στις πολιτικές για τη διαχείριση του νερού στις πόλεις πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τόσο η ανάγκη βιώσιμης διαχείρισης, εξοικονόμησης, επαναχρησιμοποίησης κι ανακύκλωσης του νερού μέσα στις πόλεις (ως κύρια πηγή προμήθειας νερού αντί της συνεχούς αναζήτησης πηγών όλο και πιο μακριά) όσο και η ανάγκη ικανοποίησης των αναγκών σε νερό των φυσικών συστημάτων. Σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Οδηγίας -Πλαίσιο για το Νερό (2000/60) πρέπει να προχωρήσουμε σε:
• Δημιουργία συστήματος διαχείρισης των υδατικών πόρων με βάση τις υδρολογικές λεκάνες απορροής. Διασφάλιση ότι κάθε πράξη προστατεύει όλα τα ύδατα – ποταμών – λιμνών- παράκτια και υπόγεια νερά.
• Διατήρηση σε καλή κατάσταση των νερών βάσει οικολογικών και χημικών κριτηρίων για τους επιφανειακούς υδατικούς πόρους και χημικών και ποσοτικών κριτηρίων για τα υπόγεια νερά.
• Προώθηση συνεργασιών και θεσμών διαβούλευσης και λήψης αποφάσεων με συμμετοχή όλων των κοινωνικών εταίρων γύρω από θέματα διαχείρισης του νερού σε επίπεδο υδρολογικής λεκάνης.
• Εξασφάλιση της ενεργού συμμετοχής όλων των φορέων, συμπεριλαμβανομένων των μη κυβερνητικών οργανισμών και των τοπικών κοινοτήτων, στις δραστηριότητες διαχείρισης υδάτων.
• Εξισορρόπηση των συμφερόντων του περιβάλλοντος με τα συμφέροντα αυτών που εξαρτώνται από αυτό.

Μια πολιτική βιώσιμης διαχείρισης των υδατικών πόρων μέσα στις πόλεις σημαίνει διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου διαχείρισης των νερών στις αστικές περιοχές, με χρονοδιαγράμματα, ποιοτικούς και ποσοτικούς στόχους, συγκεκριμένες δράσεις και εργαλεία που επιτυγχάνουν την εξοικονόμηση κι επαναχρησιμοποίηση του νερού από διάφορες χρήσεις καθώς και την ανακύκλωση επεξεργασμένων νερών από λύματα. Η Κύπρος για παράδειγμα επιδοτεί με 700 περίπου Ευρώ όσους εγκαθιστούν συστήματα που διευκολύνουν τη συλλογή των νερών από το μπάνιο και το νεροχύτη – νιπτήρα (grey water) για να χρησιμοποιηθούν στην τουαλέτα.

Ιδιαίτερα σχέδια απαιτούνται σε τουριστικές και βιομηχανικές περιοχές, με την ανάπτυξη ενός συστήματος "αγοράς δικαιωμάτων" για συγκεκριμένες ποσότητες νερού που καταναλώνονται και συμφωνιών στη βάση "υποχρεώσεων επιστροφής νερών" μετά την επεξεργασία και τον καθαρισμό τους σε ένα κοινό "ταμείο-απόθεμα υδατικών πόρων". Για παράδειγμα, ένα ξενοδοχείο θα παραλαμβάνει τόσο πόσιμο νερό, όσο καθαρό, μετά από βιολογικό καθαρισμό, ανακυκλωμένο νερό επιστρέφει για άλλες χρήσεις (πότισμα πάρκων, καθάρισμα δρόμων, πότισμα καλλιεργειών κλπ). Στην ίδια λογική, ένα σχέδιο για δημιουργία γηπέδου γκολφ δεν θα μπορεί να εγκρίνεται παρά μόνο αν διασφαλίζεται ότι το νερό που θα καταναλώνεται για τις ανάγκες της επένδυσης θα "εξισορροπείται" από ανάλογες ποσότητες καθαρού, επεξεργασμένου νερού που επιστρέφονται για δημόσια χρήση ή από τη χρηματοδότηση προγραμμάτων εξοικονόμησης νερού από άλλους τομείς και δραστηριότητες (γεωργία, κατοικίες, τουρισμός) που θα αντιστοιχούν πραγματικά στην αναμενόμενη κατανάλωση νερού για τις ανάγκες του γκολφ.

Σε πρακτικό επίπεδο μια παρόμοια πολιτική οδηγεί σε σχεδιασμένες παρεμβάσεις από Δήμους και Εταιρίες Ύδρευσης που προωθούν:
- Εκτεταμένες πρακτικές εξοικονόμησης νερού, με προγράμματα ενημέρωσης κι ευαισθητοποίησης των δημοτών, με προώθηση τεχνικών ρυθμίσεων χαμηλού κόστους στις βρύσες, καζανάκια και υδραυλικά συστήματα κατοικιών, σχολείων, δημοτικών και δημοσίων κτιρίων καθώς και επαγγελματικών χώρων.
- Δημιουργία διπλών δικτύων ύδρευσης, ενός δικτύου με πόσιμο νερό και ενός παράλληλου δικτύου με νερό κατάλληλο μόνο για δευτερεύουσες χρήσεις, όπως στις τουαλέτες, για πλύσιμο δρόμων και αυτοκινήτων, πότισμα, στις οικοδομές και στα άλλα κατασκευαστικά έργα κα,
- Πολεοδομικούς κανονισμούς που υποχρεώνουν στο εξής όλες οι νέες οικοδομές – και σταδιακά τα υπάρχοντα κτίρια- να εγκαταστήσουν συστήματα συλλογής κι αξιοποίησης των νερών της βροχής. Ιδιαίτερη έμφαση θα πρέπει να δοθεί σε οικοδομές σε περιοχές όπου υπάρχει έντονο πρόβλημα νερού, σε τουριστικές εγκαταστάσεις και βιομηχανίες – βιοτεχνίες. Υποστηρικτικά προς τις κανονιστικές ρυθμίσεις, ένα σύνολο κινήτρων κι αντικινήτρων θα πρέπει να στηρίξει μια τέτοια πολιτική.
- Αξιοποίηση των νερών από το μπάνιο και το νεροχύτη-νιπτήρα για άλλες χρήσεις που δεν απαιτούν καθαρό πόσιμο νερό με την εφαρμογή κατάλληλων τεχνικών συστημάτων και την ευαισθητοποίηση των δημοτών. Κάθε παρόμοια επένδυση θα μπορούσε να συν-χρηματοδοτείται από τις Εταιρίες Ύδρευσης ώστε να δημιουργηθεί μια ισχυρή στροφή προς παρόμοιες πρακτικές.
- Εμπλουτισμό των υπόγειων νερών με ήπιες παρεμβάσεις (μικρά, αποδεκτά από οικολογική άποψη φράγματα ανάσχεσης ροής χειμάρρων).

Κλείνοντας τη βρύση όταν δεν τη χρειαζόμαστε στην κουζίνα, την τουαλέτα, την αυλή, μαζεύοντας το νερό της βροχής για πότισμα και πλύσιμο χώρων, περιορίζοντας τις διαρροές των δικτύων, επιλέγοντας οικιακές συσκευές χαμηλής κατανάλωσης νερού, αναπτύσσοντας προγράμματα επαναχρησιμοποίησης κι ανακύκλωσης του νερού, δημιουργώντας διπλά δίκτυα – ένα με καθαρό πόσιμο νερό και ένα με ανακυκλωμένο νερό – μπορούμε να περιορίσουμε την κατανάλωση νερού τουλάχιστον 30-40% μέσα στις πόλεις.

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η εξοικονόμηση νερού συμφέρει όχι μόνο για περιβαλλοντικούς αλλά και για οικονομικούς λόγους. Οι οικονομικοί πόροι χρησιμοποιούνται με αποτελεσματικό τρόπο για το περιβάλλον, την οικονομία και την απασχόληση, αν χρησιμεύουν για την προώθηση προγραμμάτων μείωσης της σπατάλης νερού και ήπιων έργων εμπλουτισμού των υπόγειων νερών (ώστε να ανανεώνονται και να μην εξαντλούνται), αντί για την κατασκευή καταστροφικών έργων (μεγάλα φράγματα, εκτροπές ποταμών), όπως έχει αποδειχθεί σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και πόλεις (Δανία, Γερμανία, Ισπανία) αλλά και στις ΗΠΑ (Ν. Καλιφόρνια, Βοστόνη κα).


5. Συμμετοχή των πολιτών, κινήματα της πόλης, πολυπολιτισμική ταυτότητα

Η πρόκληση του 21ου αιώνα είναι η επίτευξη καλύτερης ποιότητας ζωής για όλους, με αποσύνδεση της ανάπτυξης από την κατανάλωση πόρων και ενέργειας και την ελαχιστοποίηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Αυτό, όμως, απαιτεί πολίτες που γνωρίζουν τα δικαιώματα τους, τα δικαιώματα των επόμενων γενεών καθώς και αυτών που αδυνατούν να επιβιώσουν στο παγκόσμιο χωριό. Στην καθημερινή μας ζωή και μέσα από τις επιλογές που κάνουμε ως πολίτες ψωνίζοντας, δουλεύοντας, διασκεδάζοντας, σπουδάζοντας, μετακινούμενοι μπορούμε να αγωνιζόμαστε και να στηρίζουμε μια πολιτική υπέρ του περιβάλλοντος και της ευημερίας της κοινωνίας ξεκινώντας τη δική μας προσωπική επανάσταση.

Ζητούμενο είναι, λοιπόν, ένα νέο πρότυπο σύμφωνα με το οποίο θα μπορούμε να ζούμε καλύτερα, με μεγαλύτερη υπευθυνότητα απέναντι στο περιβάλλον και την κοινωνία, διασφαλίζοντας το μέλλον των σημερινών και των επόμενων γενεών, καταναλώνοντας σωστότερα, σπαταλώντας λιγότερα, αξιοποιώντας περισσότερα, αναγνωρίζοντας ότι τόσο εμείς όσο και οι άλλοι έχουν πολλαπλές ταυτότητες μέσα από τη σύνθεση των οποίων μπορεί να προκύπτει κάθε φορά μια πολυπολιτισμική ταυτότητα μιας πόλης αλλά και μιας κοινωνίας.

Όλες οι πολιτικές για βιώσιμες πόλεις θα αποτυγχάνουν αν δεν υπάρχει και λειτουργεί ο εγκέφαλος και το νευρικό σύστημα του οργανισμού – πόλης. Και αυτά δεν μπορεί να είναι άλλα από νέες μορφές διαβούλευσης, διαλόγου και συμμετοχής των πολιτών στη λήψη και εφαρμογή των τοπικών πολιτικών και νέες μορφές συνεργασίας – δίκτυα που στηρίζονται τόσο στην προσωπική υπευθυνότητα όσο και σε νέες μορφές συλλογικότητας.

Η αλλαγή του επιπέδου λήψης αποφάσεων και η διαμόρφωση πολιτικών που επηρεάζουν το παγκόσμιο χωρίς να αναγνωρίζουν τη σημασία και την ποικιλότητα του τοπικού, η υιοθέτηση ενός διαφορετικού αξιακού συστήματος όπου η οικονομική δραστηριότητα αποσπάται και στρέφεται συχνά εναντίον των υλικών βάσεων ύπαρξής της, η σταδιακή εγκατάλειψη των κοινών και τοπικής κλίμακας κοινωνικών δραστηριοτήτων υπέρ συχνά απρόσωπων και γραφειοκρατικών "υπηρεσιών" βαδίζει παράλληλα ή πιθανώς αποτελεί το υπόστρωμα για την όξυνση των περιβαλλοντικών προβλημάτων. Πίσω από φαινόμενα, όπως η ρύπανση των θαλασσών, των νερών και της ατμόσφαιρας, η αυθαίρετη δόμηση, η σπατάλη φυσικών πόρων, η καταστροφή μονοπατιών, η ανεξέλεγκτη διάθεση αποβλήτων στο περιβάλλον, η άρνηση ανάληψης των ευθυνών απέναντι στην υπόλοιπη κοινωνία, δεν κρύβεται, άραγε, αυτή ακριβώς η παθητικοποίηση του πολίτη, η απομάκρυνσή του από τη διαχείριση των προβλημάτων και η αποξένωσή του από τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων;

Η υποβάθμιση του περιβάλλοντος συνδέεται συχνά με αλλαγές στην κοινωνική συμπεριφορά των πολιτών που από σχετικά ενεργοί πολίτες που συν-διαμορφώνουν τις τοπικές εξελίξεις μετατρέπονται σε παθητικούς καταναλωτές. Το φαινόμενο αυτό είναι πολύ πιο έντονο στις μεγαλουπόλεις του αναπτυσσόμενου αλλά και του αναπτυγμένου κόσμου. Μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 70, για παράδειγμα, σε πολλές τοπικές κοινωνίες στην Ελλάδα, οι πολίτες συνήθιζαν να αναλαμβάνουν ενεργό ρόλο κι από κοινού δραστηριότητες που είχαν να κάνουν με τη διατήρηση του τοπικού περιβάλλοντος (πχ δημιουργία και συντήρηση μονοπατιών), την κοινωνική αλληλεγγύη (πχ. εργασίες για την κατασκευή και συντήρηση κοινόχρηστων κτιρίων, αγροτικές εργασίες, στήριξη ατόμων ή ομάδων που αντιμετώπιζαν προβλήματα), δραστηριότητες καθαρά οικολογικές–κοινωνικές, που όμως με φυσικό τρόπο ξεπηδούσαν μέσα από την τότε κοινωνική οργάνωση και δεν ήταν πρωτοβουλίες απλώς κάποιων ευαισθητοποιημένων πολιτών.

Η σημασία της ενεργοποίησης του πολίτη που γνωρίζει τα δικαιώματά του και συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση των εξελίξεων που επηρεάζουν τη ζωή του είναι όλο και μεγαλύτερη, σε μια εποχή που η πίεση πάνω στο περιβάλλον, η μη βιώσιμη διαχείριση των φυσικών πόρων και ο ανταγωνισμός για τον έλεγχο των φυσικών πόρων αυξάνει τις κοινωνικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις.

Οι πολίτες που γνωρίζουν τα δικαιώματά τους και αναλαμβάνουν ενεργό ρόλο κυρίως μέσα από θεσμούς της κοινωνίας των πολιτών (μέρος της οποίας είναι και οι μη-κυβερνητικές οργανώσεις) έρχονται να επιτελέσουν σε πρώτο στάδιο δυο λειτουργίες:
- Να εκφράσουν συλλογικά τη συνείδηση της κοινωνίας –έστω και αν οι συμμετέχοντες ενεργά είναι στην αρχή μικρές μειοψηφίες - και να υπερασπιστούν είτε απλώς τα συμφέροντα των κατοίκων μιας περιοχής είτε, στις λιγότερες των περιπτώσεων, τα συμφέροντα των επόμενων γενεών και του πλανήτη – τα λεγόμενα μετα-υλικά συμφέροντα.
- Να επηρεάσουν και να «διορθώσουν» το μοντέλο ανάπτυξης, περιορίζοντας τις πιο ακραίες συμπεριφορές του βιομηχανικού συστήματος χωρίς να εγκαταλείπουν το όνειρο και την συνολική πρότασή τους για το πως μπορεί να προωθηθεί η βιωσιμότητα. Σε ένα κάποιο βαθμό αποτελούν ένα μοχλό αλλαγών στην κοινωνία και διασφάλισης των συμφερόντων πιο ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.

Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις έχουν συμβάλει σημαντικά στην όποια αλλαγή καταναλωτικών προτύπων στην κατεύθυνση της «βιώσιμης κατανάλωσης», κυρίως μέσα στις πόλεις, κάτι που επηρεάζει όμως και τη σχέση των πόλεων με την ύπαιθρο (π.χ. αποτροπή εκτροπής ποταμών για κάλυψη αναγκών σε νερό των αστικών περιοχών, μέσα από εφαρμογή προγραμμάτων εξοικονόμησης νερού). Πολλές από αυτές τις πρωτοβουλίες έχουν βοηθήσει να μειωθούν οι επιπτώσεις στο περιβάλλον από τα καταναλωτικά πρότυπα. Όμως, σε γενικές γραμμές, τα μέχρι τώρα αποτελέσματα είναι ακόμα μέτρια.

Ενεργοί πολίτες αναλαμβάνουν σημαντικές πρωτοβουλίες σε μια προσπάθεια να περιοριστεί η περιβαλλοντική καταστροφή, να διατηρηθούν σημαντικές φυσικές περιοχές, να βελτιωθεί η ποιότητα ζωής τους. Αποτελούν συστατικό κομμάτι της κοινωνικής διεργασίας και αποκτούν πιο οργανωμένη μορφή αξιοποιώντας και τις θεσμικές δυνατότητες σε χώρες με αναπτυγμένη την μορφή της κοινωνικής οργάνωσης που σήμερα αποκαλούμε ως «κοινωνία των πολιτών».

Το ένα τρίτο τουλάχιστον των περιπτώσεων που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στέλνει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αφορά την μη εφαρμογή από τα κράτη μέλη περιβαλλοντικών νομοθεσιών, ενώ το 60% των περιπτώσεων οφείλονται σε καταγγελίες των πολιτών. Πολλές φορές, όμως, είναι και η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή που δεν σέβεται τους κανόνες προστασίας του περιβάλλοντος και της υγείας είτε με τη χρηματοδότηση έργων που καταστρέφουν το περιβάλλον (π.χ. έργα από το Ταμείο Συνοχής ή τα Διαρθρωτικά Ταμεία) ή με την προσπάθεια να εισάγει στην αγορά γενετικά τροποποιημένα προϊόντα, παρά την αντίθετη άποψη της συντριπτικής πλειοψηφίας των ευρωπαίων πολιτών. Χάρη στη δράση ΜΚΟ και άλλων κοινωνικών φορέων δημιουργείται ένα αποτελεσματικό "παρατηρητήριο" που καταγράφει την απροθυμία ή την αδράνεια των "αρμόδιων" να εφαρμόσουν την περιβαλλοντική πολιτική και παράλληλα πιέζει για να υπάρξει πολιτική βούληση για περιβαλλοντικές πολιτικές. Διεθνείς Οργανισμοί, όπως ο Ο.Η.Ε. αλλά και η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζουν το σημαντικό ρόλο των μη-κυβερνητικών οργανώσεων στην άσκηση πίεσης στις κυβερνήσεις για την εφαρμογή των δεσμεύσεων τους σχετικά με τα περιβαλλοντικά δικαιώματα.

Αγαπώντας ξανά την πόλη
Κοιτώντας προσεκτικά μέσα μας και στον καθρέπτη των συναισθημάτων και των εικόνων που έχουμε για την πόλη, δύσκολα να ανασύρουμε εικόνες από ένα γεφύρι που καθρεπτίζεται μέσα στα νερά ενός ποταμού, όπως ο Κηφισός ή ο Ιλισός, που κάποτε διέσχιζε την περιοχή και έγινε τραγούδι, δύσκολα θα απολαύσουμε τη διαδρομή ακόμα και να πηγαίνουμε για διασκέδαση ή εκδρομή, δεν θα βρούμε μια ήρεμη γωνιά για να ξεδιπλώσουμε τις αισθήσεις μας, να ρίξουμε τη ματιά μας, να ακούσουμε ήχους μαγευτικούς, να γεμίσουμε με χρώματα και αρώματα. Δεν είναι τυχαίο που η φυγή του Σαββατοκύριακου και του Αυγούστου τείνει να μετατρέψει το μεγαλύτερο κομμάτι της παράκτιας –και όχι μόνο χώρας – σε κακόγουστη απομίμηση της μεγαλούπολης. Τελικά, αν οι πολίτες δεν νοιώσουν ότι πρέπει να αλλάξουν και να κάνουν βιώσιμη αυτή την πόλη, η φυγή θα αφήνει τα καταστροφικά της ίχνη όχι μόνο στη μεγαλούπολη, που θα επεκτείνεται και θα απλώνεται πνίγοντας τους κατοίκους της και το άλλοτε περίφημο αττικό περιβάλλον αλλά και θα ισοπεδώνει κάθε αντίσταση στο όνομα της δεύτερης και τρίτης κατοικίας, του real estate και των "επενδύσεων". Οι ενεργοί πολίτες έχουν σημαντική δύναμη για να αλλάξουν τα πράγματα τόσο μέσα από την ανάπτυξη μιας κριτικής στάσης απέναντι στην (και προσωπική τους) καθημερινότητα αλλά και μέσα από την οργανωμένη κοινωνία των πολιτών, τις Μη-Κυβερνητικές Οργανώσεις.

Δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε την εφαρμογή των περιβαλλοντικών ρυθμίσεων για βιώσιμες πόλεις χωρίς αυτό να συνοδεύεται από τις άλλες διαστάσεις της βιωσιμότητας και διαμορφώνει μια πολυπολιτισμική ταυτότητα των αστικών – τουλάχιστον κοινωνιών. Για μια βιώσιμη πόλη απαιτούνται κοινωνικές και οικονομικές ρυθμίσεις, όπως η αποτελεσματική λειτουργία της δημοκρατίας, ο εκδημοκρατισμός σε όλα τα επίπεδα των διαδικασιών λήψης αποφάσεων, η εξάλειψη των διακρίσεων και του αποκλεισμού που βασίζονται στο εισόδημα, τη γλώσσα, το φύλο, τις ερωτικές προτιμήσεις ή την καταγωγή, ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για όλους και όχι η ελαστική ή επιλεκτική εφαρμογή τους, η πρόσβαση στην ολοκληρωμένη πληροφόρηση, η ενεργή συμμετοχή των πολιτών στη διαμόρφωση και λήψη αποφάσεων, η διαφάνεια και η ισότιμη πρόσβαση των κοινωνικών ομάδων στο πολιτικό σύστημα, η διασφάλιση των δικαιωμάτων των μελλοντικών γενεών, η δυνατότητα όλων ανεξαιρέτως των πολιτών να διαμορφώνουν αξιοσέβαστες συνθήκες για τη ζωή τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: